GRID_STYLE
FALSE
TRUE

Classic Header

{fbt_classic_header}

Breaking News:

latest

Ο «άγνωστος» ανθυποπλοίαρχος Εμμανουήλ Αντωνιάδης

Γραφει ο   Τζιόλας Ιωάννης. Φιλόλογος - αρχαιολόγος Όλοι,  όσοι  πηγαίνουμε  στην  παραλία  της  Λεπτοκαρυάς,  βλέπουμε  πω...



Γραφει ο Τζιόλας Ιωάννης.
Φιλόλογος - αρχαιολόγος

Όλοι,  όσοι  πηγαίνουμε  στην  παραλία  της  Λεπτοκαρυάς,  βλέπουμε  πως  η  παραλιακή  οδός  φέρει  την ονομασία: Οδός Εμμανουήλ Αντωνιάδη. 
Όμως σχεδόν κανένας μας δεν ασχολήθηκε με αυτό  το θέμα και δεν αναρωτήθηκε .  .  .  βρε παιδί μου;
Ποιος ήταν  αυτός  ο  Αντωνιάδης;
Ήρθε λοιπόν η στιγμή, να μάθει ο κόσμος της Λεπτοκαρυάς (αλλά και της ευρύτερης περιοχής της Πιερίας), για τον πρώτο νεκρό απόφοιτο της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, που σκοτώθηκε τον Απρίλιο του 1897, (η σχολή λειτουργεί από το 1884).

Ο  Εμμανουήλ  Αντωνιάδης  γεννήθηκε  στην  Αθήνα  στις  23  -  08  -  1869.
Πατέρας  του  ήταν  ο  κρητικός Γεώργιος  Αντωνιάδης,  ενώ  μητέρα  του  η  Υδραία  αρχοντοπούλα  Κονδύλω  Θεοδωράκη.
Εισήχθη  στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, στις 12 - 07 - 1885, από την οποία αποφοίτησε στις 05 - 08 - 1889, ως μάχιμος σημαιοφόρος.
Πέντε  χρόνια  αργότερα  προήχθη  σε  ανθυποπλοίαρχο,  όποτε,  συμπληρώνοντας  και  τις ναυτικές  του  γνώσεις  στην  Ευρώπη,  διέθετε  πλέον  όλες  τις προϋποθέσεις,  ώστε  να  εξελιχθεί  σε  έναν λαμπρό αξιωματικό του Ναυτικού.
Υπηρέτησε σε πλοία επιφανείας, μετεκπαιδεύτηκε στις τορπίλες 1895 - 1896 στο εξωτερικό.
Βρισκόμαστε  στις  παραμονές  του  ελληνοτουρκικού  πολέμου  του  1897,  (ο  οποίος  διήρκησε  από  06 Απριλίου  έως  07  Μαΐου  1897,  ενώ  αφορμή  αποτέλεσε  το  “Κρητικό  Ζήτημα”)    - η  έκβαση  του  οποίου θεωρείται ντροπή για τη χώρα μας,  -  όμως σχετικά με τον ανθυποπλοίαρχο Εμμανουήλ Αντωνιάδη, η ελληνοτουρκική  εκείνη  σύγκρουση,  λειτούργησε  ως  εφαλτήριο,  για  να  καταλάβει  ο  ίδιος  τη  δική  του θέση,  στο  Πάνθεον  των  ηρώων.
Θα  αναφέρουμε  συνοπτικά,  τις  δραστηριότητες  του  πολεμικού  μας στόλου, στην ευρύτερη περιοχή του Θερμαϊκού κόλπου, όπου κόπηκε πρόωρα και το νήμα της ζωής του προαναφερόμενου ανθυποπλοιάρχου.
Η πρώτη από τις δύο Μοίρες, στις οποίες είχε διαιρεθεί τότε το ελληνικό πολεμικό ναυτικό, είχε χώρο δράσης  το  Αιγαίο,  ενώ  η  δεύτερη  είχε  χώρο  δράσης  το  Ιόνιο  πέλαγος. 
Η  “Μοίρα  του  Αιγαίου”,  ήταν ιδιαίτερα  ισχυρή,  αφού  αποτελούνταν  από  τα  θωρηκτά  “Ύδρα”,  “Σπέτσαι”  &  “Ψαρά. 
Ο  “Στόλος  του Αιγαίου”  συμπεριελάμβανε  ακόμη  την  “τορπιλική  Μοίρα”  με  επικεφαλής  το  τορπιλοβόλο  “Κανάρης”, στο οποίο  υπαγόταν και το  “τορπιλοβόλο  16”  με  κυβερνήτη τον    Εμμ. Αντωνιάδη.
Στον  συγκεκριμένο “Στόλο του Αιγαίου” συμμετείχε επιπλέον το “οπλιταγωγό Μυκάλη”, οι ατμομυοδρόμωνες “Αλφειός” (με κυβερνήτη τον Πλωτάρχη  Κουντουριώτη) & “Αχελώος”, καθώς και τα οπλιταγωγά “Θράκη” και “Ιωνία”.

  
Τα αίτια του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, οφείλονται στα όσα συνέβησαν στην Κρήτη, όπου τον Ιανουάριο  του  1897,  ξεκίνησαν  οι  τουρκικές  βιαιοπραγίες  εναντίον  των  ελλήνων.
Έτσι,  από  τη  στιγμή που η κυβέρνηση Δηλιγιάννη, αποφάσισε να βοηθήσει τους έλληνες στην Κρήτη, οδηγηθήκαμε σε μια γενικότερη σύρραξη με την Οθωμανική αυτοκρατορία, στις 06 Απριλίου του 1897. 
Στις 25 Μαρτίου του 1897,  “η  Μοίρα  του  Αιγαίου”  ναυλοχούσε  στους  “Ωρεούς”  της  Εύβοιας.
Έτσι,  σύμφωνα  με  τις πληροφορίες  του  Γάλλου  περιηγητή  “Turot”,  ο  “κόλπος  της  Θεσσαλονίκης”  παρέμενε  τότε  σχεδόν ανυπεράσπιστος  από  τους  Τούρκους,  (επειδή  ο  τουρκικός  πολεμικός  στόλος  «είχε  κλειστεί»  στα Δαρδανέλια) και έτσι τα ελληνικά θωρηκτά, θα μπορούσαν (πολύ εύκολα) να αποκλείσουν την πόλη και να πυρπολήσουν τους σιδηροδρομικούς της σταθμούς.
Επίσης θα μπορούσαν να ανατινάξουν ορισμένα σημαντικά σημεία των γραμμών ανεφοδιασμού των Τούρκων, καθώς και να καθυστερήσουν σημαντικά την τουρκική επιστράτευση.

Όπως μας αναφέρει ο “Turot”, η “Μοίρα του Αιγαίου”  δεν βγήκε ποτέ έξω από το λιμάνι της Χαλκίδας.
Μας λέει επίσης (ειρωνικά), ότι τα νερά σ’ εκείνο το λιμάνι, είναι τόσο ήρεμα για τον “ελληνικό πολεμικό στόλο”, αλλά και ο καιρός τόσο ωραίος ! ! !
Έτσι, οι Τούρκοι,  εντελώς ανενόχλητοι και με όλη τους την άνεση,  μπόρεσαν  να  μεταφέρουν  μέσω  Θεσσαλονίκης,  τους  χιλιάδες  στρατιώτες  τους, που έσπευδαν καθημερινά  να  ενισχύσουν,  ακόμη περισσότερο  τις  δυνάμεις  τους,  οι  οποίες  είχαν συγκεντρωθεί  στα (τότε) σύνορά τους με την Ελλάδα, δηλαδή στη Θεσσαλία και στην Ήπειρο.

Από τη στιγμή που είχε κηρυχθεί ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897, δηλαδή από την 6η Απριλίου και μέχρι την 8η Απριλίου του 1897, ο “ελληνικός στόλος του Αιγαίου”, δεν είχε επιδοθεί σε καμιά πολεμική επιχείρηση.
Απασχολούνταν μόνο με ασκήσεις πυροβολικού, ενώ μία μόνο μέρα πριν την παραπάνω ημερομηνία, ο “Μοίραρχος Σαχτούρης” ζήτησε οδηγίες δράσης από το Υπουργείο Ναυτικών.
Έτσι, αργότερα, η “Μοίρα του Αιγαίου” αγκυροβόλησε στον Παγασητικό, όπου τα μεσάνυχτα της 8ης Απριλίου,διατάχθηκε από τον υπουργό των Ναυτικών “Ν. Λεβίδη”, να αναπτυχθεί κατά μήκος των τουρκικών ακτών, από Πλαταμώνα μέχρι Κατερίνη, προσβάλλοντας, όπως καθόριζε η διαταγή, «παν τουρκικόν πλοίον ή μοίραν τοιούτων, παν οχύρωμα ή οιονδήποτε στρατιωτικόν έργον, ευρισκόμενον καθ’όλην την έκτασιν ταύτην, επικουρούσα ούτω τοις κατά τα σύνορα μαχομένοις στρατεύμασιν ημών δι’αντιπερισπασμού της προσοχής του εχθρού».

Όμως, κατά τις επόμενες 24 ώρες, υπήρξε πλήρης έλλειψη πληροφόρησης, σχετικά με το εάν αφίχθηκαν στο νέο τους προορισμό, τα πολεμικά μας σκάφη, καθώς και εάν είχε αρχίσει η εκτέλεση της ανατεθείσας σ’ αυτά αποστολής.
Μόλις κατά την 9η Απριλίου του 1897, αναφέρθηκε από το ελληνικό χωριό “Τσάγεζι” (δηλ. το σημερινό “Στόμιο”, το οποίο βρίσκεται στις εκβολές του Πηνειού), ότι ο στόλος μας βρισκόταν στον Πλαταμώνα (λίγο δηλαδή βορειοτέρα από την απόληξη των τότε ελληνοτουρκικών συνόρων), όπου το “θωρηκτό Ψαρά” βομβάρδισε τον εκεί ενετικό πύργο, τον οποίο και ο “Κανάρης” κανονιοβόλησε με άμεσες βολές.


Καταστράφηκαν, έτσι τότε, τα εκεί τουρκικά πυροβολεία καθώς και αποθήκες πυρομαχικών και ζωοτροφών του εχθρού.
Αποτέλεσμα της δραστηριότητας αυτής του στόλου μας ήταν, να εγκαταλείψουν οι Τούρκοι το προαναφερθέν ενετικό φρούριο, και να βληθεί τουρκικό ιστιοφόρο,ευρισκόμενο στον εκεί ορμίσκο “Μπόρνο”, το οποίο ιστιοφόρο προστατευόταν και από εχθρικό τορπιλοβόλο.
Κατά την ίδια μέρα, τα πολεμικά μας πλοία δραστηριοποιήθηκαν και βορειοτέρα, στη “Σκάλα Λεπτοκαρυάς”, απέχουσα γύρω στο ενάμιση μίλι από τα παράλια του Πλαταμώνα.
Στη νέα περιοχή, όχι μόνο βομβαρδίστηκαν οι μεγάλες τουρκικές αποθήκες, του Τούρκου αρχιστράτηγου της Θεσσαλίας “Ετέμ πασά”, αλλά ο ελληνικός στόλος αποβίβασε και αγήματα, τα οποία και πυρπόλησαν το περιεχόμενο των εν λόγω αποθηκών.
Τα ελληνικά πολεμικά κατευθύνθηκαν, στη συνέχεια, ακόμη βορειότερα, στην περιοχή του Λιτοχώρου, το οποίο δεν βομβαρδίστηκε, όμως στη γύρω περιοχή τα πυρά των σκαφών μας προκάλεσαν εκτεταμένες καταστροφές, με αποτέλεσμα να πυρποληθούν αποθήκες τροφίμων του τουρκικού στρατού της Ελασσόνας.
Και ενώ εκεί βρισκόταν στρατοπεδευμένο και ένα τουρκικό τάγμα, ο διοικητής της ελληνικής ναυτικής Μοίρας δεν προχώρησε σε καμιά εναντίον του ενέργεια, λόγω παρεμβολής φυσικών εμποδίων, μεταξύ των ελληνικών πλοίων και του εχθρού.
Επόμενος προορισμός της “Μοίρας Αιγαίου”, υπήρξε η ακτή της Κατερίνης, καθώς υπήρχαν πληροφορίες, ότι στις μεγάλες στρατιωτικές αποθήκες της πόλης, φυλασσόταν το σύνολο των ζωοτροφών του τουρκικού στρατού Θεσσαλίας.
Μόλις ο ελληνικός στόλος εμφανίστηκε στην πλησίον παραλία, ο οθωμανικός στρατός τράπηκε σε φυγή προς την ενδοχώρα, εγκαταλείποντας την πόλη ανυπεράσπιστη.
Αλλά και οι κάτοικοι της Κατερίνης, διαβλέποντας ότι επρόκειτο να ακολουθήσουν βομβαρδισμοί, είχαν και αυτοί εγκαταλείψει τα σπίτια τους.
Το “θωρηκτό Ψαρά” επιδόθηκε για ακόμη μία, φορά σε βομβαρδισμούς, πλήττοντας για αρκετή ώρα τα εχθρικά οχυρώματα, πυροβολεία και τουρκικές αποθήκες, ενώ και πάλι, αποβιβασθέν στην ακτή ελληνικό ναυτικό άγημα, συμπλήρωσε το εργο της καταστροφής.
Ποσότητες τουρκικών τροφίμων ανευρέθηκαν τότε και στην ίδια την παραλία,καταστραφείσες από το προαναφερθέν άγημα.
Όλα αυτά - τα σχετικά με την Κατερίνη - συνέβησαν στις 10 Απριλίου του 1897, οπότε κατά την 11η προ μεσημβρινή ώρα της ημέρας εκείνης, ο “Μοίραρχος Σαχτούρης” ανέφερε, από τη Σκιάθο,στους προϊσταμένους του: ότι «εύρομεν εις την ξηράν (της Κατερίνης) φονευθέντας διά των πολυβόλων ημών δύο στρατιώτας (...) συνελάβομεν παρά Αικατερίνην δυο ιστιοφόρα μετά τροφών και πολεμοφοδίων άτινα ερυμουλκήσαμεν ενταύθα (στη Σκιάθο) ... Ζημία εχθρού σημαντικότατη εξ εμπρησμού τροφών (...).
Κατακρατούμεν συλληφθέντα επί ενός των ιστιοφόρων χριστιανόν κυβερνητικόν μηχανικόν επαρχίας Αικατερίνης ονόματι Δημητριάδην”.
Όμως τα ελληνικά πολεμικά σκάφη, που περιπολούσαν στις ακτές της τουρκοκρατούμενης (τότε) Πιερίας, ανέφεραν στον Σαχτούρη ότι, οι πυρκαγιές τις οποίες είχαν θέσει προηγουμένως τα ελληνικά αγήματα στις αποθήκες της Λεπτοκαρυάς, είχαν κατασβεστεί, και ότι η μεγαλύτερη ποσότητα των εκεί ευρισκομένων τουρκικών εφοδίων, ήταν ανέπαφη.


Διατάχθηκε  έτσι  να  επαναπλεύσει  στη  Λεπτοκαρυά,  ο  “ατμομυοδρόμων  Αλφειός”,  ακολουθούμενος από τα “τορπιλοβόλα 14 & 16”, κυβερνήτης του πρώτου ήταν ο “Ιωάννης Βρατσάνος”, ενώ κυβερνήτης του δεύτερου ήταν ο Εμμανουήλ Αντωνιάδης.
Στα τρία λοιπόν αυτά πλοία, δόθηκε αφενός εντολή να ολοκληρώσουν  το  έργο  της  καταστροφής  των  αποθηκών  της  Λεπτοκαρυάς,  αφού  όμως  πρώτα βεβαιώνονταν,  ότι  δεν  υπήρχε  σοβαρή  εχθρική  παρουσία  στην  ακτή. 
Κατόπιν  τούτων,  στις  5  το απόγευμα της Μεγάλης Πέμπτης (της 11ης Απριλίου του 1897) κατέπλευσαν τα παραπάνω σκάφη στην ακτή της Λεπτοκαρυάς, όπου δεν παρατήρησαν οποιαδήποτε ύποπτη εχθρική κίνηση.
Και όχι μόνο αυτό, αλλά συνέβη και το εξής περιστατικό:
«Όταν κάποιος  ντόπιος γέροντας χριστιανός, καπετάνιος  μικρού  ιστιοφόρου,  προσορμισμένου  από  ημερών  στην  περιοχή,  κλήθηκε  στον  Αλφειό, διαβεβαίωσε τον “Πλωτάρχη Κουντουριώτη” (κυβερνήτη του Αλφειού), ότι όλα τα τουρκικά στρατεύματα αποσύρθηκαν  και  πως  δεν  υπήρχε  στην  ξηρά  κανένας  Τούρκος  στρατιώτης».
Οι  δε  πληροφορίες  του γέροντα εκείνου κρίθηκαν, κακώς, αξιόπιστες, αφού διατηρούσε καλές σχέσεις, με τους αξιωματικούς όσων  τουρκικών  τμημάτων  ήταν  καταυλισμένα  στη  Λεπτοκαρυά,  πριν  από  την  εκεί  πραγματοποίηση των ελληνικών βομβαρδισμών.
Διέταξε  συνεπώς  ο  Κουντουριώτης,  να  σχηματιστεί  άγημα  40  ανδρών  από  το  πλήρωμα  του  Αλφειού, έθεσε επικεφαλής του αγήματος τον ανθυποπλοίαρχο Εμμανουήλ Αντωνιάδη  και τους Σημαιοφόρους “Σταύρο  Πανουργιά”  και “Στέφανο  Μαλικόπουλο”,  ενώ έδωσε  εντολή να  αποβιβαστεί  το  άγημα στην ξηρά, για να αποτελειώσει την καταστροφή των εκεί τουρκικών εφοδίων.
Πράγματι, η μεταφέρουσα ένα μέρος του αγήματος αυτού, “πρώτη λέμβος του Αλφειού”, με επικεφαλής τον  Εμμ. Αντωνιάδη, προσέγγισε στην ακτή, και ιδιαίτερα σε ένα σημείο της, όπου υπήρχε προβλήτα φορτοεκφορτώσεων.
Τότε όμως τους αποβιβαζόμενους τους υποδέχθηκαν ομαδικά πυρά 300 περίπου Τούρκων στρατιωτών, οι οποίοι καιροφυλακτούσαν πίσω από σακιά με αλεύρι.  
Οπότε,  ο  μεν    Εμμ.  Αντωνιάδης  έπεσε  επί  τόπου  νεκρός,  ένας  από  τους  ναύτες  του,  ο  “Γεώργιος Ανδρούτσος”,  παρόλο  που  ήταν  βαριά  τραυματισμένος,  κατόρθωσε  να  κολυμπήσει  μέχρι  το “τορπιλοβόλο  14”  και  να  σωθεί,  ενώ  έτερος  ναύτης,  ο  “Ανδρέας  Κουστογιαννόπουλος”,  κρύφτηκε πρόσκαιρα  κάτω  από  την  προαναφερθείσα  προβλήτα.
Στη  συνέχεια  όμως,  όταν,  υπό  την  επήρεια ισχυρού ψυχολογικού σοκ, βγήκε ο “Κουστογιαννόπουλος” από την κρύπτη του και έτρεξε προς την ξηρά αναζητώντας σωτηρία, δέχθηκε και αυτός ομαδικά εχθρικά και, θανατηφόρα για τον ίδιο, πυρά.
Από  δε  τους  υπόλοιπους  άνδρες  της  πρώτης  εκείνης  “λέμβου  του  Αλφειού”,  τραυματίστηκαν  άλλοι τέσσερις.
Αλλά κι απ’ αυτούς, ο ναύτης “Ιωάννης Γκολέμης” υπέκυψε, μία ώρα αργότερα, στα τραύματά του και ενταφιάστηκε στο νεκροταφείο του χωριού “Τσάγιεζι” (Στόμιο).


Στο μεταξύ ο “Κουντουριώτης”, αιφνιδιασμένος από το όλο συμβάν, διέταξε “τον γέροντα καπετάνιο”, ο οποίος  του  είχε  δώσει  τις  αναληθείς,  όπως  αποδείχθηκε,  πληροφορίες,  να  βγει  στην  ξηρά  και  να διαπραγματευθεί  με  τους  Τούρκους,  την  παράδοση  των  δύο  νεκρών.
Αλλά  ενώ,  ο  κάκιστος  εκείνος πληροφοριοδότης, έβγαινε με τη λέμβο του στην ξηρά, δέχθηκε και αυτός απανωτούς πυροβολισμούς και έπεσε νεκρός στη βάρκα του, που και αυτή βυθίστηκε.
Έτσι λοιπόν είχε εξελιχθεί τότε το περιστατικό της Λεπτοκαρυάς, στο οποίο οφείλονται οι πρώτοι νεκροί που θρήνησε το Πολεμικό μας Ναυτικό, από της συστάσεως του Νεοελληνικού κράτους και μετέπειτα, και οι οποίοι νεκροί υπήρξαν επίσης και οι μόνοι του Ναυτικού μας κατά τον πόλεμο του 1897.
Είναι, όμως,  ψευδής  η  διάδοση  που  είχε  κυκλοφορήσει  ευρέως  τότε,  ότι  τα  σώματα  των  νεκρών  Εμμ. Αντωνιάδη και “Κουστογιαννόπουλου”, βεβηλώθηκαν από τους Τούρκους.
Απεναντίας,  ο  Ναύαρχος  “Λυκούδης”,  βεβαιώνει  ότι  ο  διοικητής  του  εχθρικού  τάγματος,  το  οποίο ενέδρευε  στην  ακτή,  παρέδωσε  (αν  και  περιέργως)  τους  Έλληνες  νεκρούς,  στους  προύχοντες  της Λεπτοκαρυάς, οι οποίοι, τηρώντας κάθε εθιμοτυπία και αποδίδοντας τις ανάλογες τιμές, κήδεψαν τους πεσόντες και τους ενταφίασαν.
Αλλά  και  όταν  αργότερα,  το  έτος  1901,  πραγματοποιήθηκε  η  ανακομιδή  των  λειψάνων  του  Εμμ. Αντωνιάδη, προκειμένου αυτά να μεταφερθούν στην Αθήνα και να ταφούν σε οικογενειακό τάφο, στο Α΄ νεκροταφείο της ελληνικής πρωτεύουσας, οι τοπικές τουρκικές αρχές διευκόλυναν και πάλι με κάθε τρόπο τη σχετική διαδικασία.
Η  προσωπογραφία  βέβαια  του  ανθυποπλοιάρχου  Εμμανουήλ  Αντωνιάδη,  βρίσκεται  από  τότε αναρτημένη  στο  Πάνθεον  των  ηρώων,  της  Σχολής  Ναυτικών  Δοκίμων.
Επιβάλλεται  ωστόσο,  να διερευνηθούν όσες συνθήκες οδήγησαν στην άδικη μεν - όχι όμως και άδοξη - απώλεια τόσο του Εμμ. Αντωνιάδη,  όσο  και  των  ναυτών “Κουστογιαννόπουλου” και “Γκολέμη”. 
Όμως και  μία  τέτοια  έρευνα, επιβάλλεται να εστιαστεί και σε όσους παράγοντες διαμόρφωσαν την, κατά θάλασσα, συμπεριφορά της χώρας  μας,  στον  πόλεμο  του  1897,  συμπεριφορά  στην  οποία,  σε  μεγάλο  βαθμό,  οφείλεται  και  η απώλεια της ζωής, των παραπάνω  πεσόντων . . . . .
Σύμφωνα όμως, με τις δικαιολογίες του τότε Υπουργού Ναυτικών “Ν. Λεβίδη”, ο ίδιος, αντί για ναυτικές αποστολές αποβιβάσεων και ακίνδυνων βομβαρδισμών, σχεδίαζε να χρησιμοποιήσει, (κατά τον πόλεμο του  1897),  τον  πολεμικό  μας  στόλο,  προκειμένου  να  πλήξει  πραγματικά  ισχυρά  φρούρια,  όπως  “το Καράμπουρνου”  της  Θεσσαλονίκης,  να  καταστρέψει  τη  σιδηροδρομική  γέφυρα  που  βρίσκεται  δίπλα στην Αλεξανδρούπολη, καθώς και να καταλάβει τα ανυπεράσπιστα νησιά Σάμο, Λέσβο και Χίο.


Δεδομένου  ότι,  ο  εχθρικός  τουρκικός  στόλος,  δεν  είχε  εμφανιστεί  έξω  από  τα  Δαρδανέλια,  έτσι  ο ελληνικός στόλος, είχε τη δυνατότητα να απελευθερώσει τη Λήμνο, την Ίμβρο και την Τένεδο, αλλά και να διεισδύσει μέσα στον Ελλήσποντο.
Καθώς άλλωστε, ο ελληνικός στόλος διέθετε τρία θωρηκτά, όπου θα μπορούσε να επιφέρει ένα καίριο πλήγμα στη θάλασσα, εναντίον του εχθρού, δηλαδή εναντίον του τουρκικού στόλου.
Ο Λεβίδης υποστηρίζει, πως τα σχέδιά του, τα παρεμπόδισαν ο βασιλιάς Γεώργιος και ο πρωθυπουργός Δηλιγιάννης, οι οποίοι, (κατά τον Λεβίδη), αποσκοπούσαν στην περιορισμένη κλιμάκωση του πολέμου, ώστε αυτός ο πόλεμος, - είχε σκοπό - απλά και μόνο να εκφοβίσει τις Ευρωπαϊκές Μεγάλες δυνάμεις.
Επομένως, δεν υπήρχε η προοπτική από την Ελλάδα, να προσλάβει ο πόλεμος αυτός, το χαρακτήρα ενός εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, παρόμοιας μορφής, με εκείνη των μετέπειτα Βαλκανικών πολέμων.  
Πάντως,  παρά  τις  δικαιολογίες  του  τότε  υπουργού  Ναυτικών  Λεβίδη,  στον  ίδιο  αποδίδονται  οι παρακάτω  οδηγίες,  τις  όποιες  φέρεται  ο  ίδιος  να  έδωσε,  στον  τότε  αρχηγό  του    ελληνικού  στόλου: “Καταστρέψατε,  εμπρήσατε,  εμπνεύσητε  τον  τρόμον  παντού  και  εν  τέλει  βάλετε  -  προφανώς  με  τα πυροβόλα σας - εις το κενόν” ! ! !
Αναφέρουμε πως, κατά  τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897,  την κατά θάλασσα υπεροπλία μας,  δεν την εκμεταλλευτήκαμε καθόλου.
Οπότε, το αποτέλεσμα ήταν, να θεωρήσουμε τη ναυτική μας υπεροχή (διαθέταμε  τρία  θωρηκτά)  απλά  ως  κατάλληλη,  μόνο  για  βομβαρδισμούς  ακτών  και  για πραγματοποίηση  αποβιβάσεων,  χωρίς  όμως  να  αποβλέπουμε  και  σε  διενέργεια  ναυμαχιών,  όπως  τις ναυμαχίες των μετέπειτα Βαλκανικών πολέμων 1912 - 1913, για παράδειγμα, της Έλλης & της Λήμνου. Βέβαια,  ο  Σαχτούρης  είχε  ισχυριστεί,  ότι  την  εποχή  εκείνη,  η  δραστηριότητα  της  “Μοίρας  Αιγαίου” «αγκίστρωσε»  8.000  τούρκους  στρατιώτες,  μακριά  από  το  μέτωπο  των  χερσαίων  ελληνοτουρκικών επιχειρήσεων, υποχρεωμένους - λόγω της υποτιθέμενης δράσης του ναυτικού μας - να παραμείνουν στα μετόπισθεν, για την καλύτερη διασφάλιση των τουρκικών νώτων.
Η αλήθεια όμως είναι, ότι ο τουρκικός στρατός  είχε  αρκετά  ενδυναμωθεί,  στη  Μακεδονία  και  στη  Βόρεια  Θεσσαλία,  πολύ  πριν  ξεσπάσει  ο πόλεμος. Πράγματι, αρκετά οθωμανικά στρατεύματα, είχαν μεταφερθεί, (μέσω θαλάσσιων οδών) πριν την έναρξη του πολέμου, στις παραπάνω περιοχές, από τα μικρασιατικά παράλια.
Αναφορικά λέμε, πως και μεγάλες ποσότητες πολεμοφοδίων και τροφίμων, είχαν εκφορτωθεί στη Σκάλα Λεπτοκαρυάς, στον Πλαταμώνα  και  στην  Κατερίνη,  για  όσο  χρονικό  διάστημα,  η  προσοχή  του  ελληνικού  κράτους,    ήταν στραμμένη στην Κρήτη ! ! !
Ένας  ακόμη  σοβαρός  λόγος,  που  παρεμπόδισε  τότε,  τη  “Μοίρα  Αιγαίου”  να  δράσει  σοβαρά,  ήταν  οι διοικητικές  αγκυλώσεις  του  ελληνικού  κράτους.
Ένα  παράδειγμα  είναι,  πως  οι  διαταγές  του  Λεβίδη, τυπικά  μεν,  αποστέλλονταν  στον  Μοίραρχο  Σαχτούρη,  όμως  στην  πραγματικότητα,  οι  αποφάσεις λαμβάνονταν  και  εκτελούνταν,  από  τον  πρίγκιπα  Γεώργιο,  ο  οποίος  αποτελούσε  τον  ανακτορικό τοποτηρητή του ελληνικού Στόλου.


Αυτό το γεγονός, φυσικά το γνώριζε ο Λεβίδης, και όταν υπέβαλε την παραίτησή του, στις 14 Απριλίου του  1897,  δήλωσε:
“Γνώμαι  υπ’  εμού  προταθείσαι,  δεν  εισηκούσθησαν,  δεν  εισακούονται  ούτε εισακουσθήσονται.
Διαταγαί μου δεν εκτελούνται υπό ενίων, αναμενόντων την άνωθεν (δηλαδή την εξ ανακτόρων) έγκρισιν”.
Τέτοιες άστοχες ενέργειες, όπως εκείνες που οδήγησαν στο θάνατο τον Εμμανουήλ Αντωνιάδη, καθώς και  τους  δύο  ναύτες  του,  ανάγκασαν,  τον  Σημαιοφόρο  Ιωάννη  Κόκκορη,  ο  οποίος  υπηρετούσε  στο θωρηκτό “Ψαρά”, στις 15 Απριλίου του 1897, από τη Σκιάθο, να προχωρήσει σε τηλεγραφική αναφορά, στον Υπουργό Ναυτικών, με την οποία κατήγγελλε τον Σαχτούρη, ως προδότη του έθνους.
Ενώ αρχικά ακολούθησε ανάκληση του Πλοιάρχου Σαχτούρη, από την αρχηγία της “Μοίρας Αιγαίου”, ο ανακληθείς όμως, κατήγγειλε και εκείνος με τη σειρά του, τον Κόκκορη, ως συκοφάντη.
Έτσι,  η  παραπάνω  υπόθεση  οδηγήθηκε  στο  Ναυτοδικείο,  το  οποίο  και  αθώωσε  τον  Κόκκορη.  
Όμως, αργότερα, ακολούθησαν και μερικά τραγελαφικά γεγονότα, όπως είναι τα παρακάτω:
Το πρώτο γεγονός είναι ότι, και ο κατηγορηθείς Πλοίαρχος Σαχτούρης, αθωώθηκε, όταν ο ίδιος παρέπεμψε τον εαυτό του σε δίκη, για να αποσαφηνιστούν, ή όχι, οι ευθύνες του ! ! !
Και το δεύτερο και το καλύτερο γεγονός είναι ότι, ο Σαχτούρης αργότερα . . . . προήχθη σε Υποναύαρχο ! ! !
Πρέπει  να  τονίσουμε,  πως  από  την  καταδρομική  ενέργεια,  η  οποία  έγινε  στις  11  Απριλίου  1897,  στη “Σκάλα  Λεπτοκαρυάς”  και  όπου  σκοτώθηκε  ο  ανθυποπλοίαρχος  Εμμανουήλ  Αντωνιάδης,  μας  έχει διασωθεί  μία  τουρκική  σημαία,  που  πάρθηκε  ως  λάφυρο  και  βρίσκεται  στο  Ναυτικό  μουσείο  της Ελλάδας, - τη σημαία αυτή τη βλέπουμε παρακάτω - (συλλογή μουσείου με αρ. 1965, & άδεια χρήσης αρ. ΙΔΙΩΤ./01/30/2019, Πειραιάς 15 Μαρτίου 2019  -  του Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος - προς τον κ. Τζιόλα Ιωάννη).


Σύμφωνα με τα αρχεία του Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος, η  παραπάνω σημαία δωρίθηκε στο μουσείο, το  έτος  1959,  από  τη  θυγατέρα  του  Ναυάρχου  “Παύλου  Κουντουριώτη”,  “Δέσποινα Λαμπρινούδη”.  Ήταν λάφυρο του πολέμου του 1897.
Τη σημαία αφαίρεσε από τις τουρκικές αποθήκες της  Σκάλας  Λεπτοκαρυάς,  άγημα  του  “ατμοδρόμωνος  Αλφειού”,  κυβερνήτης  του  οποίου  ήταν  ο Πλωτάρχης (τότε) “Παύλος Κουντουριώτης”.
Η  παλαιά  Λεπτοκαρυά,  βρίσκεται  μόλις  45  λεπτά  της  ώρας  μακριά  από  τη  θάλασσα  και  δίπλα  στον δρόμο  που  οδηγεί  (προς  τα  νοτιοδυτικά)  στην  Καρυά  Ολύμπου,  όπου  βρίσκονταν  τα  φυλάκια  των παλαιών ελληνοτουρκικών συνόρων.
Γι’ αυτόν τον λόγο (το χωριό) χρησίμευε πάντα στους Τούρκους ως στρατιωτικό κέντρο, όπου από την περίφημη “Σκάλα Λεπτοκαρυάς” και μέσω του λιθόστρωτου (τότε) δρόμου που  οδηγεί στην  Καρυά, ανέβαζαν  κανόνια, πολεμοφόδια,  ζωοτροφές και στρατεύματα, όταν βρισκόταν σε πόλεμο με την Ελλάδα, για να ενισχύσουν τις δυνάμεις τους (των παλιών ελληνοτουρκικών συνόρων του 1897), που στρέφονταν κυρίως προς την ελληνική Λάρισα και τη Θεσσαλία.

Η “Σκάλα Λεπτοκαρυάς”, αποτελούταν από μία ξύλινη προβλήτα, που εισέρχονταν αρκετά μέτρα μέσα στη  θάλασσα,  όπου  «έδεναν»  κυρίως  τα  “ιστιοφόρα  πλοία”,  τα  οποία  παραλάμβαναν  την  εμπορική ξυλεία προερχόμενη από τα δάση του Ολύμπου, (δίπλα στην παλαιά Λεπτοκαρυά) και την μετέφεραν στη Θεσσαλονίκη και σε άλλα μέρη.


Έτσι, η “Σκάλα  Λεπτοκαρυάς”, μπορεί να τοποθετηθεί,  στο  σημείο  της  παραλίας Λεπτοκαρυάς, με το τοπωνύμιο  “Μέλιος”,  όπου  σήμερα  βρίσκονται  οι  “κατασκηνώσεις  της  Ευαγγελικής  εκκλησίας”.
Ονομάστηκε “Μέλιος”,  από τα πολλά δέντρα “μέλιου”  που υπήρχαν παλαιότερα σ’ αυτή την περιοχή.
Πρόκειται για δέντρα κυρίως του δάσους, με συμπαγές ελαστικό ξύλο άριστης ποιότητας και με φλούδα που έχει βυρσοδεψικές, βαφικές και φαρμακευτικές ιδιότητες.
Εσφαλμένα αναφέρεται στο βιβλίο του κ. Σωτηρίου Μασταγκά (Χρονικά Λιτοχώρου, «o ελληνοτουρκικός πόλεμος  του  1897  και  το  Λιτόχωρο»,  τόμος  έκτος  -  Λιτόχωρο  2014),  ότι  η  “Σκάλα  Λεπτοκαρυάς” βρίσκεται στη θέση με το τοπωνύμιο “Ιμπραήμ αυλάκι”, το οποίο σήμερα φέρει την ονομασία “Βάλτος”, όπου  οι  Λεπτοκαρίτες  για  να  αποξηράνουν  την  περιοχή,  από  τα  πολλά  βαλτώδη  νερά,  άνοιξαν  ένα αυλάκι.
Έτσι,  τμήμα  αυτού  του  αυλακιού,  βρίσκεται  σε  λειτουργία  ακόμη  και  σήμερα,  βόρεια  του ξενοδοχείου  OL.  BAY.
Πήρε  (τότε)  την  ονομασία  “Ιμπραήμ  αυλάκι”,  επειδή  στις  εκβολές  αυτού  του μικρού αυλακιού, βρέθηκε πνιγμένος ένας Τούρκος τελώνης, που λεγόταν “Ιμπραήμ”.


Σύμφωνα με πληροφορίες παλαιότερων κατοίκων του χωριού, στο σημείο όπου βρίσκονταν η “Σκάλα Λεπτοκαρυάς”, υπήρχε και “αρχαίο βυζαντινό ναυάγιο”, το οποίο φαίνονταν ξεκάθαρα, την εποχή που τα νερά της θάλασσας γίνονταν πιο ρηχά.
Είναι ένα γεγονός, το οποίο πρέπει να διερευνηθεί, από την εφορία ενάλιων αρχαιοτήτων.


Τέλος,  προτείνω  στις  τοπικές  αρχές  του δήμου  Δίου  - Ολύμπου,  να  μεριμνήσουν  ώστε  στο μέλλον  να ανεγερθεί  στην  παραλιακή  οδό  της  Λεπτοκαρυάς,  μία  προτομή  του  Εμμανουήλ  Αντωνιάδη,  για  να θυμούνται  οι  παλαιότεροι  αλλά  και  να  μαθαίνουν  οι  νεώτεροι,  για  το  θάνατο  του  αείμνηστου ανθυποπλοιάρχου, ο οποίος πέρασε στο Πάνθεον  των ηρώων, της σχολής Ναυτικών Δοκίμων ! ! !


Τζιόλας Ιωάννης.
Φιλόλογος - αρχαιολόγος



.