Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

Βαλκανικοί Πόλεμοι: Από την μάχη στο Μπιζάνι έως την Συνθήκη του Βουκουρεστίου


Οι Τούρκοι είχαν κι ένα σημαντικό πλεονέκτημα στην Ήπειρο, που δεν ήταν άλλο παρά οι τρομερές οχυρώσεις στο ύψωμα Μπιζάνι, 15 χλμ. έξω από τα
Ιωάννινα. 
Ο ελληνικός στρατός καθηλώθηκε μπροστά στο Μπιζάνι, δεχόμενος καταιγισμό πυρών του τουρκικού πυροβολικού και το μόνο που του έμενε ήταν να περιμένει κι άλλες ενισχύσεις.

Στις 6 Ιανουαρίου 1913, ο Κωνσταντίνος μαζί με το Γενικό Στρατηγείο αναχώρησε ατμοπλοϊκώς από τη Θεσσαλονίκη, για να αναλάβει τη διεύθυνση των επιχειρήσεων στην Ήπειρο, όπου έφθασε στις 10 Ιανουαρίου και εγκατέστησε το στρατηγείο του στη Φιλιππιάδα αναλαμβάνοντας τη διοίκηση όλων των μονάδων που υπήρχαν στην Ήπειρο.

Ήδη είχαν φθάσει στο μέτωπο της Ηπείρου, η 4η μεραρχία με δύναμη 10.000 άνδρες και η 6η μεραρχία με δύναμη 7.000 άνδρες. 
Η στασιμότητα των επιχειρήσεων είχε ανησυχήσει σοβαρά τον Βενιζέλο, αφού οι Τούρκοι πληρεξούσιοι στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου κέρδιζαν στο διπλωματικό παιχνίδι, με το επιχείρημα της αποτυχίας των ελληνικών επιχειρήσεων στην Ήπειρο. 
Στις 6 Φεβρουαρίου ο Πρωθυπουργός και Υπουργός Στρατιωτικών έφθασε στο μέτωπο για να συνεννοηθεί με τον Κωνσταντίνο για τις περαιτέρω στρατιωτικές επιχειρήσεις.




Το τελικό σχέδιο για την επίθεση εναντίον των Τούρκων στο Μπιζάνι προέβλεπε συσπείρωση όλων των δυνάμεων και ελιγμό αιφνιδιασμού. 
H συνολική δύναμη του ελληνικού στρατού ανερχόταν σε 41.500 άνδρες, 48 πολυβόλα και 93 πυροβόλα. 
Οι οχυρωμένοι Τούρκοι αριθμούσαν 30.000 άνδρες και 112 πυροβόλα. 
Το σχέδιο του Κωνσταντίνου ήταν αρκετά ριψοκίνδυνο, καθώς αποσκοπούσε στην ευρεία υπερκέραση από δυτικά της οχυρωμένης τοποθεσίας και στην κατάληψη των Ιωαννίνων. 
Ταυτόχρονα θα γίνονταν επιθέσεις στο κεντρικό και ανατολικό τομέα, για την παραπλάνηση του εχθρού και την καθήλωση των δυνάμεων που υπήρχαν εκεί.
Στις 19 Φεβρουαρίου τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο παραπλάνησης με βολές πυροβολικού και επιθέσεις μονάδων πεζικού, από το Α’ τμήμα της ελληνικής Στρατιάς, στον τομέα Μπιζάνι – Κουτσελιά – Καστρίτσα. 
Το 2ο τμήμα της Στρατιάς συγκεντρώθηκε με πλήρη μυστικότητα απέναντι από τον τομέα Μανωλιάσα – Άγιος Νικόλαος – Τσούκα. 
Με το πρώτο φώς της επομένης, το 2ο τμήμα Στρατιάς εξαπέλυσε αιφνιδιαστική επίθεση με μεγάλη σφοδρότητα και το 1ο Σύνταγμα Ευζώνων κατόρθωσε να φθάσει στις παρυφές των Ιωαννίνων, στον Άγιο Ιωάννη, φροντίζοντας να καταστρέψει την επικοινωνία της πόλης με τα οχυρά του Μπιζανίου. 
Οι φήμες της προέλασης του ελληνικού στρατού είχαν σκορπίσει τον πανικό στον τουρκικό πληθυσμό των Ιωαννίνων.



ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
Στις 11 το βράδυ της 20ης Φεβρουαρίου του 1913, έφθασε στις προφυλακές του 9ου τάγματος ευζώνων της 2ης μεραρχίας ένα αμάξι. 
Σ’ αυτό επέβαιναν ο επίσκοπος Δωδώνης, ο υπολοχαγός Ραούφ κι ο ανθυπολοχαγός Ταλαάτ που έφερναν μαζί τους επιστολή που υπογραφόταν από τους προξένους στα Γιάννενα της Ρωσίας, της Αυστροουγγαρίας και της Γαλλίας και περιείχε πρόταση του Εσάτ πασά προς τον Κωνσταντίνο για άμεση και χωρίς όρους παράδοση των Ιωαννίνων και του Μπιζανίου.


Στις 2 τα ξημερώματα της 21ης Φεβρουαρίου του 1913, οι απεσταλμένοι συνοδευόμενοι από το διοικητή του 9ου τάγματος Ιωάννη Βελισαρίου, έφθασαν στο Χάνι Εμίν Αγά όπου βρισκόταν το ελληνικό στρατηγείο. 
Ο Κωνσταντίνος συμφώνησε ασυζητητί για την παράδοση και στις 5:30 το πρωί, δόθηκε διαταγή κατάπαυσης του πυρός προς όλες τις μονάδες. 
Στις 23 Φεβρουαρίου οι μονάδες του 2ου τμήματος που είχαν εκτελέσει την κύρια επίθεση παρέλασαν στους δρόμους των Ιωαννίνων υπό τις επευφημίες και τα δάκρυα των Ελλήνων κατοίκων της πόλης.


Ήταν το 1430, όταν έμπαινε στην πόλη κατακτητής ένας Τούρκος, ο Σινάν πασάς. 
Και θα έμενε ο Τούρκος κατακτητής για 500 χρόνια περίπου. 
Την 1η Μαρτίου ο Ελευθέριος Βενιζέλος με τηλεγράφημά του προς τον Κωνσταντίνο, όριζε τη γραμμή πέρα από την οποία δε θα έπρεπε να προελάσει ο ελληνικός στρατός προς τα βόρεια. 
Η γραμμή αυτή περνούσε από το Τεπελένι, το Δαγκλή-Νταγκ και το Παναρέτι και κατέληγε στη Μοσχόπολη.


Ο ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ

Στο μεταξύ, τα υπό Οθωμανική διοίκηση νησιά του ΝΑ Αιγαίου πέρασαν σε ελληνικά χέρια. 
Ο τουρκικός στόλος μόνο 2 φορές προσπάθησε να βγει από τα στενά των Δαρδανελλίων για να απωθήσει τον ελληνικό (ναυμαχίες Έλλης και Λήμνου) χωρίς όμως επιτυχία. 
Για να αποκτηθεί ο έλεγχος του Αιγαίου Πελάγους, θα έπρεπε ο ελληνικός στόλος να ξεκινήσει με την κατάληψη των νησιών Σαμοθράκης, Λήμνου, Τενέδου και Ίμβρου, για να αποκλείσει τους Τούρκους στα Δαρδανέλλια. 
Η Λήμνος εξάλλου με τον όρμο του Μούδρου προσφερόταν και για αγκυροβόλιο του στόλου. 
Τα νησιά αυτά δεν είχαν επαρκείς δυνάμεις για τη φύλαξή τους, σε αντίθεση με τη Λέσβο και τη Χίο, όπου οι Τούρκοι διατηρούσαν σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις με δεδομένη την οικονομική σημασία που είχαν αυτά τα νησιά για την Υψηλή Πύλη. 
Η Ελλάδα διέθετε τον ισχυρότερο στόλο από τους άλλους βαλκανικούς συμμάχους με ναυαρχίδα το θωρηκτό εύδρομο «Γεώργιος Αβέρωφ» (πλοίαρχος Κουντουριώτης, αντιπλοίαρχος Δούσμανης), που ήταν η πιο αξιόμαχη και σύγχρονη μονάδα που χρησιμοποιήθηκε στις θαλάσσιες επιχειρήσεις του Αιγαίου.


ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΛΗΜΝΟΥ
Στις 5 Οκτωβρίου το μεσημέρι τελέστηκε στο Ναύσταθμο του Φαλήρου, πάνω στο «Αβέρωφ», αγιασμός όπου μεταξύ άλλων ήταν παρόντες ο βασιλιάς Γεώργιος Α’, ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος και ο υποναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης. Ο στόλος ξεκίνησε και στις 6 Οκτωβρίου 1912 έφθασε έξω από το κάστρο της Λήμνου όπου στις 9 Οκτωβρίου δύο λόχοι του 20ου συντάγματος κατέλαβαν το νησί. 
Ο Μούδρος μετατράπηκε ύστερα από σκληρή δουλειά των πληρωμάτων σε πολεμική βάση και ακολούθησαν σύντομες πολεμικές επιχειρήσεις που σ’ ένα μήνα κατέληξαν στην απελευθέρωση των νησιών Αγίου Ευστρατίου, Σαμοθράκης, Τενέδου, Ικαρίας, καθώς και στην κατάληψη του Αγίου Όρους.


ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΨΑΡΩΝ

Ιδιαίτερα συγκινητική ήταν η στιγμή της απελευθέρωσης των Ψαρών. 
Την 22η Οκτωβρίου εκδόθηκε το ακόλουθο ανακοινωθέν: 
«Το αντιτορπιλικό Ιέραξ υπό τον κυβερνήτη αντιπλοίαρχο Αντ. Βρατσάνον ευτύχησε σήμερα να χαιρετίσει δια των νενομισμένων βολών την ελληνική σημαία και τη δόξα των Ψαρών. 
Όταν ο Ιέραξ αγκυροβόλησε εις τα Ψαρά, υποχρέωσε κατόπιν κανονιοβολισμού την τουρκική φρουρά σε παράδοση και στη συνέχεια κατέλαβε τη νήσο».

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΛΕΣΒΟΥ ΚΑΙ ΧΙΟΥ

Στις 7 Νοεμβρίου 1912 αποβιβάστηκε στη Μυτιλήνη ναυτικό άγημα 250 ανδρών κι ένα τάγμα πεζικού 1.019 οπλιτών. 
Μετά από μάχες που κράτησαν περίπου ένα μήνα και μετά από ενισχύσεις της ελληνικής δύναμης, η τουρκική φρουρά της Λέσβου παραδόθηκε. 
Ταυτόχρονα ένα σύνταγμα της 2ης μεραρχίας με μία πυροβολαρχία Κρουπ αποβιβάστηκαν στην περιοχή Κοντάρι της Χίου. 
Το πρωί της 12ης Νοεμβρίου η τουρκική φρουρά, ύστερα από σύντομη μάχη, εγκατέλειψε την πρωτεύουσα του νησιού και αποσύρθηκε στο χωριό Καριές. 
Μέχρι την 20η Δεκεμβρίου είχε εκκαθαριστεί το νησί στο σύνολό του, στοιχίζοντας στο ελληνικό στρατό και ναυτικό 36 νεκρούς και 166 τραυματίες. 
Η Σάμος, μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους το 1830, είχε απομείνει απλά υποτελής στην Πύλη με Έλληνα ηγεμόνα και με την κήρυξη του πολέμου η κυβέρνησή της με πρόεδρο τον Θεμιστοκλή Σοφούλη, κήρυξε την ένωσή της με την Ελλάδα.


Ο Ν. ΒΟΤΣΗΣ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Αξιομνημόνευτα είναι δύο ναυτικά επεισόδια που συνέβησαν αυτή την περίοδο. 
Το ένα έγινε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης τη νύχτα της 18ης Οκτωβρίου. 
Ο Ν. Βότσης, κυβερνήτης τορπιλοβόλου, ξεκίνησε από τη Σκάλα Λιτόχωρου στις 8 το βράδυ και στις 11 περίπου μπήκε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης από τα αβαθή των εκβολών του Αξιού. 
Όταν βρέθηκε σε απόσταση 150 μέτρων από την κορβέτα «Fetih- I Bulend» (Φετίχ Μπουλέντ) εκσφενδόνισε τορπίλες που ανατίναξαν το εχθρικό πλοίο, βυθίζοντάς το μαζί με 14 ναύτες. 
Το ελληνικό πλοίο επέλεξε για τη διαφυγή του την κύρια είσοδο του λιμανιού, που ήταν ναρκοθετημένη και κατάφερε να ξεφύγει τόσο από τις νάρκες όσο και από το πυροβολείο του φρουρίου Καραμπουρνού.


Το δεύτερο επεισόδιο έγινε στο λιμάνι των Κυδωνιών (Αϊβαλί), όπου την 6η Νοεμβρίου 1912, το τορπιλοβόλο 14 με Κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Ν. Αργυρόπουλο μπήκε στον κόλπο εμπρός στο Αϊβαλί και προσπάθησε να αιχμαλωτίσει την τουρκική κανονιοφόρο «Trabzon». 
Τελικά, το εχθρικό πλοίο βυθίστηκε μαζί με τον κυβερνήτη του, που αρνήθηκε να το εγκαταλείψει.
Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΣ
«Η Ελλάς δεν αναμένει από εσάς να αποθάνετε γι’ αυτήν. 
Αναμένει να νικήσετε». Αυτή ήταν η εντολή του Ελευθερίου Βενιζέλου προς το Ναύαρχο Π. Κουντουριώτη για την προσπάθειά του να διώξει τους Τούρκους από το Αιγαίο. 
Στις 8 το πρωί της 1ης Δεκεμβρίου 1912, η «Σφενδόνη», που περιπολούσε έξω από τα Στενά του Ελλήσποντου αντιλήφθηκε το καταδρομικό «Μετζιτιέ» στην έξοδό του. 
Αμέσως το πλησίασε και σε απόσταση 3.000 μέτρων του έριξε 4 οβίδες, για να απαντήσουν τα πυροβόλα των φρουρίων Κουμ-Καλέ και Σεδού Μπχαρ. 
Η εμφάνιση αυτή ενίσχυσε τις υποψίες για επικείμενη έξοδο του τουρκικού στόλου από τα Δαρδανέλια.


Στις 3 Δεκεμβρίου, κι ενώ ο ελληνικός στόλος περιπολούσε διαρκώς την έξοδο των Δαρδανελίων, έγιναν αντιληπτοί οι καπνοί του εξερχομένου από τα Στενά τουρκικού στόλου. 
Ώρα 9:22 η τουρκική ναυαρχίδα «Χαϊρεντίν Βαρβαρόσα» μαζί με τα θωρηκτά «Τουργούτ-Ρέις», «Μετζιτιέ» και «Ασάρι-Τεφίκ» ύστερα από εντολή του Τούρκου ναυάρχου Ραμίζ, άρχισαν να βάλλουν κατά του Ελληνικού Στόλου, από απόσταση 12.500 μέτρων. 
Απάντησαν τα ελληνικά πλοία και στις 9:35, το «Αβέρωφ» ύψωσε το σήμα ότι καθιστά την κίνησή του ανεξάρτητη και αφού αύξησε την ταχύτητά του στα 20 μίλια, διέγραψε μία πολυγωνική πορεία και βρέθηκε στο μέσο του τουρκικού στόλου, βαλλόμενο πανταχόθεν. 
Το ελληνικό πλοίο χαμένο μέσα στους καπνούς της μάχης, μαχόταν μόνο κατά του εχθρικού στόλου και έβαλλε κατά των τουρκικών πολεμικών. 
Όταν ο Τούρκος ναύαρχος Ραμίζ μπέης αντιλήφθηκε το «Αβέρωφ» να έρχεται καταπάνω του, διέταξε στροφή 180 μοιρών και είσοδο πάλι στα Στενά του Ελλησπόντου.


Η ναυμαχία της Έλλης διήρκεσε μία ώρα και τα πυρά των ελληνικών πυροβόλων είχαν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και ευστοχία από τα εχθρικά πυρά, προξενώντας φθορές στα τουρκικά πλοία και πάνω από 100 νεκρούς, ενώ οι απώλειες του ελληνικού ναυτικού ήταν δύο νεκροί. 
Έκτοτε ο τουρκικός στόλος επιχείρησε διάφορες εξόδους από τον Ελλήσποντο, αλλά μόλις αντιλαμβανόταν την παρουσία του ελληνικού στόλου, που είχε ως ορμητήριό του τον όρμο του Μούδρου, επανερχόταν στα Στενά, υπό την προστασία των πολυβολείων του. 
Όμως οι Τούρκοι συνέλαβαν ένα σχέδιο αντιπερισπασμού για να ξεγελάσουν τον στόλο και να ξεχυθούν προς τα νησιά του Αιγαίου.


Στις 30 Δεκεμβρίου, τουρκικός ασύρματος συνέλαβε μη κρυπτογραφημένο τηλεγράφημα του κυβερνήτη της επίτακτης «Μακεδονίας» προς τον Κουντουριώτη, με το οποίο του ανέφερε, ότι θα κατέπλεε στη Σύρο για επισκευή του πηδαλίου του. 
Το «Χαμιντιέ» με κυβερνήτη τον Ραούφ μπέη, παρέμεινε κρυμμένο πίσω από τα οχυρά των Δαρδανελλίων και τη νύχτα της 1ης προς 2α Ιανουαρίου, βγήκε από τα στενά χωρίς να γίνει αντιληπτό από την ελληνική περίπολο, που για να αποφύγει τους ισχυρούς βόρειους ανέμους και τα κύματα, είχε βρει καταφύγιο στα υπήνεμα νερά της Ίμβρου και της Τενέδου. 
Το «Hamidieh», έφθασε στην Ερμούπολη και βομβάρδισε τόσο τη «Μακεδονία», όσο και το λιμάνι της Σύρου. 
Η ελληνική κυβέρνησε θορυβήθηκε και διέταξε τον Έλληνα Ναύαρχο να καταδιώξει το τουρκικό καταδρομικό. Ευτυχώς ο Υδραίος ναύαρχος δεν υπάκουσε την εντολή του Βενιζέλου, γιατί υποπτεύθηκε ότι επρόκειτο για κίνηση αντιπερισπασμού. 
Πράγματι ο τουρκικός στόλος ετοιμαζόταν σε νέα προσπάθεια εξόδου από τα στενά των Δαρδανελλίων.


Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΛΗΜΝΟΥ

Στις 8:20 το πρωί της 5ης Ιανουαρίου 1913 ο «Λέων» ανέφερε ότι ο τουρκικός στόλος είχε εξέλθει από τα Στενά. 
Αμέσως, ο ελληνικός στόλος εξέπλευσε από το Μούδρο στις 9:45 και συναντήθηκε με τον «Λέοντα» κοντά στο ακρωτήριο Ειρήνη της Λήμνου. 
Στις 11:34 τα τουρκικά πλοία έβαλλαν κατά των ελληνικών από απόσταση 8.400 μέτρων. 
Και πάλι όμως το τουρκικό πυροβολικό αποδείχθηκε άστοχο. 
Οι Έλληνες πυροβολητές απάντησαν πλήττοντας καίρια τους στόχους τους. 
Το μεσημέρι ο «Αβέρωφ» ξεκίνησε τη μοναχική του πορεία, καταδιώκοντας την τουρκική ναυαρχίδα, αφού τα ελληνικά παλαιά θωρηκτά ήταν αδύνατο να το ακολουθήσουν. 
Ο τουρκικός στόλος έντρομος υποχώρησε και στις 14:30 διέφυγε στα Δαρδανέλλια για να μη ξαναβγεί μέχρι το τέλος του πολέμου.


Σε όλη τη διάρκεια της ναυμαχίας ο ελληνικός στόλος έριξε συνολικά 800 βολές. 
Το θωρηκτό «Μπαρμπαρόσα» δέχτηκε πάνω από 20 βλήματα με αποτέλεσμα να καταστραφεί ο μεσαίος του πύργος και να βρουν το θάνατο 35 άνδρες. 
Το «Τουργκούτ-Ρέις» δέχτηκε 47 βλήματα, πλημμύρισε το λεβητοστάσιο και σκοτώθηκαν 47 ναύτες, ενώ ανάλογες ζημιές είχαν και τα άλλα πολεμικά πλοία των Τούρκων. 
Το ελληνικό ναυτικό είχε εξασφαλίσει την κυριαρχία του Αιγαίου και του Ιονίου, και είχε πετύχει την έξωση των Τούρκων από τα νησιά, ύστερα από 6 αιώνες οθωμανικής κατοχής.

Αξίζει να σημειώσουμε την πρώτη πολεμική αποστολή αεροναυτικής συνεργασίας που σημειώθηκε στα παγκόσμια χρονικά. 
Ήταν στις 24 Ιανουαρίου 1913, όταν το υδροπλάνο «Ναυτίλος», με πλήρωμα το λοχαγό Μιχ. Μουτούση και το σημαιοφόρο Αριστ. Μωραϊτίνη, αποθαλασσώθηκε από το Μούδρο, διέτρεξε 112 μίλια πάνω από τη χερσόνησο της Καλλίπολης και από την πόλη Μάδυτο πετώντας σε ύψος 1.300 μέτρων και έριξε 4 αυτοσχέδιες μικρές βόμβες στο ναύσταθμο του Ναγαρά, πλήττοντας μεταγωγικό και θανατώνοντας 20 Τούρκους ναύτες.

Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΕΙΡΗΝΗΣ ΤΟΥ ΛΟΝΔΙΝΟΥ

Η ταχεία κατάρρευση της Τουρκίας αποτέλεσε έκπληξη για ολόκληρη την Ευρώπη. 
Τα βαλκανικά κράτη είχαν καταλάβει περισσότερα εδάφη από όσο είχαν φανταστεί και υπολογίσει. 
Έτσι οι 6 Μεγάλες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία, Αυστρία, Ρωσία) συμφώνησαν να συγκαλέσουν στο Λονδίνο διάσκεψη των βαλκανικών κρατών για να συζητήσουν για την ειρήνη στην περιοχή των Βαλκανίων. 
Τα μεγάλα ζητήματα ήταν η δημιουργία του βασιλείου της Αλβανίας, η διάθεση των νησιών του Αρχιπελάγους και το ζήτημα της εξόδου της Σερβίας προς τη θάλασσα. 
Την ελληνική αντιπροσωπεία την αποτελούσαν οι Ε. Βενιζέλος, Στεφ. Σκουλούδης Γ. Στρέιτ ως πρεσβευτής στο Λονδίνο, ο καθηγητής Ν. Πολίτης, ο υποστράτηγος Π. Δαγκλής αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού μαζί με τους λοχαγούς Ι. Μεταξά, Ι. Εξαδάκτυλο και Αλ. Βούρο.


Αυστρία και Ιταλία επέμεναν στη δημιουργία ανεξάρτητου αλβανικού κράτους, κάτι που σήμαινε απώλεια εδαφών για την Ελλάδα και τη Σερβία που με θυσίες τα είχαν αποκτήσει. 
Αλλά και η τουρκική πλευρά ήταν αδιάλλακτη και μόνο μετά τη ναυμαχία της Λήμνου αποφάσισε να υπογράψει τη συνθήκη. 
Τον Ιανουάριο του 1913, το κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος» οργάνωσε πραξικόπημα στην Τουρκία και η νέα κυβέρνηση υπό τον Εμβέρ μπέη αποφάσισε να συνεχιστούν οι πολεμικές επιχειρήσεις. 
Ακολούθησαν απανωτές ήττες για την Τουρκία στην Αδριανούπολη, στη Σκόδρα και τα Ιωάννινα, ώστε να υποχωρήσει και η νέα κυβέρνηση της Τουρκίας να δεχτεί τα τετελεσμένα, που ήταν η απώλεια μέρους των ευρωπαϊκών εδαφών, η απώλεια των νησιών του Αρχιπελάγους και της Κρήτης και τελικά να συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις ειρήνης και στην υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου, στις 17 Μαΐου 1913.


Β’ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1913

ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

Παρόλο που οι βαλκανικές χώρες συμμάχησαν εναντίον ενός κοινού εχθρού (της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), η συμμαχία τώρα δε στηριζόταν σε σταθερά θεμέλια και τελικά διασπάστηκε. 
Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος ξέσπασε όταν η Βουλγαρία δεν μπορούσε να βρει μια κοινή γραμμή για την τύχη των νέων περιοχών που είχαν κατακτηθεί και βρίσκονταν υπό σερβική, ελληνική και ρουμανική διοίκηση. 
Η δυσαρέσκεια των Βουλγάρων ήταν εμφανής, ιδιαίτερα επειδή τους πρόλαβαν οι Έλληνες όσον αφορά στην κατάληψη της Θεσσαλονίκης. 
Οι ίδιοι ζήτησαν από τους Έλληνες να εισέλθει ένα μικρό ένοπλο τμήμα τους στην Θεσσαλονίκη, όμως το τμήμα αυτό ήταν κατά πολύ μεγαλύτερο από τα συμφωνηθέντα, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν εντάσεις. 
Σημειώθηκαν γενικά διάφορα επεισόδια στα κοινά πια σύνορα των Βουλγάρων με τους Έλληνες, αλλά και με τους Σέρβους και οι ένοπλες δυνάμεις όλων των πλευρών ήταν σε ετοιμότητα.
Η Ελλάδα και η Σερβία υπέγραψαν σύμφωνο συμμαχίας και από κοινού επιθέσεως σε περίπτωση που μία από τις δύο χώρες δεχτεί επίθεση από τρίτη χώρα (19 Μαΐου/1 Ιουνίου 1913). 
Στις 16 Ιουνίου 1913, ο Βούλγαρος Τσάρος Φερδινάνδος Α’ και ο Στρατηγός Σαβόφ, χωρίς προηγούμενη έγκριση του κοινοβουλίου τους, κήρυξαν πόλεμο στην Σερβία και την Ελλάδα. Επιτέθηκαν στον σερβικό στρατό στη Γευγελή και στον ελληνικό στη Νιγρίτα.


Ο σερβικός στρατός αντιμετώπισε υπεράριθμες αντίπαλες μονάδες και καθηλώθηκε, όμως ο ελληνικός σημείωσε επιτυχίες και προώθησε τις θέσεις του. 
Ο ελληνικός στρατός πέρασε σύντομα στην αντεπίθεση και επικράτησε στην Μάχη Κιλκίς-Λαχανά. Αμέσως μετά διαχωρίστηκε σε δύο κατευθύνσεις: προς δυτικά στον ποταμό Νέστο και προς τον Στρυμόνα, επικρατώντας στην Μάχη Δοϊράνης και του Μπέλες. 
Όμως αυτό το τμήμα του προωθήθηκε προς τα βόρεια όπου και ακολούθησαν οι Μάχες Κρέσνας-Σιμιτλή-Τζουμαγιάς. 
Τη στιγμή εκείνη προτάθηκε ανακωχή, που τελικά την αποδέχτηκαν και οι δύο πλευρές, καθώς υπήρχε και ο κίνδυνος της Ρουμανίας από βόρεια.


Καθώς η Βουλγαρία είχε ήδη ανοικτά μέτωπα, η Ρουμανία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποφάσισαν να επιτεθούν και αυτές. 
Η Ρουμανία κήρυξε τον πόλεμο στις 27 Ιουνίου και συναντώντας ελάχιστη αντίσταση έφτασε 30 χλμ. έξω από την βουλγαρική πρωτεύουσα Σόφια. 
Με την Συνθήκη του Βουκουρεστίου τερματίστηκαν επίσημα οι συγκρούσεις. 
Οι Τούρκοι κατέλαβαν και πάλι την Αδριανούπολη από τους Βούλγαρους, που την είχαν χάσει κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο. 
Επίσης ανακατέλαβαν και όλη την Ανατολική Θράκη.

ΡΗΞΗ ΤΗΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΣΥΜΜΑΧΙΑΣ

Οι διενέξεις μεταξύ των συμμάχων στη διάρκεια του πολέμου με την Τουρκία αποτέλεσαν τα σπέρματα ενός νέου πολέμου. 
Ιδιαίτερα οξύ ήταν το ζήτημα της εδαφικής λείας που περιπλέχθηκε αμέσως μετά τις πρώτες νίκες. Αδικημένη βρέθηκε η Σερβία, που έχανε τη διέξοδο προς την Αδριατική λόγω του ενδιαφέροντος της Αυστρίας και της Ιταλίας για τη δημιουργία ανεξάρτητου αλβανικού βασιλείου. 
Οι Βούλγαροι ονειρεύονταν τη μεγάλη Βουλγαρία της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου και επιζητούσαν με κάθε θυσία περισσότερα εδάφη.


Οι μελλοντικές δυσχέρειες στο επίπεδο των ελληνοβουλγαρικών σχέσεων είχαν διαφανεί, αμέσως μετά τις πρώτες νίκες, όταν ο Λάμπρος Κορομηλάς υπέβαλε σχέδιο διανομής των εδαφών της Τουρκίας: η Κωνσταντινούπολη και τα Στενά έμεναν κάτω από διεθνές καθεστώς, η περιοχή ανάμεσα στο Νέστο και στον Έβρο θα περιερχόταν στη Βουλγαρία, η Καβάλα, η Θεσσαλονίκη και η Αυλώνα στην Ελλάδα. 
Η Σόφια ήταν κατηγορηματικά αντίθετη στις ελληνικές εισηγήσεις και έχοντας εμπιστοσύνη στον πανίσχυρο στρατό της παρέμενε αδιάλλακτη στις αξιώσεις της, που αφορούσαν όχι μόνο ολόκληρη τη Θράκη αλλά και τη Μακεδονία στο σύνολό της.
Τα προμηνύματα της βουλγαρικής πολιτικής τα είχε ήδη λάβει η ελληνική κυβέρνηση το Νοέμβριο του 1912, όταν ο Κωνσταντίνος ευθύς μετά τη συνάντησή του με το Σέρβο διάδοχο στο Μοναστήρι, είχε διαμηνύσει στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο: «Μετά των Σέρβων δεν συγκρουόμαστε ουδαμού, πάντες δε οι Σέρβοι επιθυμούν διατήρηση της συμμαχίας στο μέλλον με την πρόβλεψη κοινής ημών αντίθεσης προς τους Βουλγάρους». 
Με την εξέλιξη των γεγονότων έτεινε να ενισχυθεί παράλληλα με την ελληνοβουλγαρική δυσπιστία και η δυσπιστία ανάμεσα στη Σόφια και το Βελιγράδι. 
Στις 25 Φεβρουαρίου 1913, ο πρίγκιπας Νικόλαος σε συνάντησή του με το διάδοχο Αλέξανδρο της Σερβίας στη Θεσσαλονίκη, πρότεινε τη δημιουργία ενιαίου ελληνοσερβικού διπλωματικού μετώπου απέναντι στη Βουλγαρία.
Στις 22 Απριλίου 1913 ο Κορομηλάς και ο Σέρβος πρεσβευτής στην Αθήνα Μπόσκοβιτς υπέγραψαν πρωτόκολλο αμυντικής συμμαχίας, σύμφωνα με το οποίο, τα δύο μέρη υπόσχονταν αμοιβαία βοήθεια για την προστασία των κατεχομένων από τα στρατεύματά τους εδαφών και εντόπιζαν τη δυτική όχθη του Αξιού ως κοινή ακραία συνοριακή γραμμή. 
Σε περίπτωση που η Βουλγαρία δεν αποδεχόταν τις προτάσεις τους, οι δύο σύμμαχοι θα κατέφευγαν σε κοινή στρατιωτική δράση.

ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α’

O βασιλιάς Γεώργιος Α’ της Ελλάδος βρισκόταν ήδη στη Θεσσαλονίκη από τις 29 Οκτωβρίου, συνεπαρμένος από τις εθνικές επιτυχίες και με σκοπό να εμψυχώσει το ηθικό των Ελλήνων στρατιωτών. Στις 5 Μαρτίου 1913, έκανε το συνηθισμένο του περίπατο μέχρι το Λευκό Πύργο, συνοδευόμενος μόνον από έναν υπασπιστή, όταν δέχτηκε επίθεση από έναν ψυχοπαθή, τον Αλέξανδρο Σχινά. 
Μία μόνο σφαίρα ρίχτηκε από το περίστροφο του φονιά και ήταν αρκετή να θέσει τέλος στη ζωή του βασιλιά. 
Σίγουρα το χέρι του δολοφόνου το όπλισαν γερμανικές μυστικές υπηρεσίες ή βουλγαρικές με σκοπό να ταραχτεί η πολιτική ζωή της χώρας, όπως και έγινε μετά την ενθρόνιση του Κωνσταντίνου, δεδομένου ότι ο Γεώργιος υπήρξε ένας σοφός ηγέτης, διαλλακτικός και πολύ αγαπητός στο λαό του. 
Η ταριχευμένη σωρός αφού εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα μεταφέρθηκε στη βασιλική κατοικία, στο Τατόι.


Ο Γεώργιος είχε γεννηθεί στην Κοπεγχάγη στις 24 Δεκεμβρίου 1845 και ήταν δευτερότοκος γιος του πρίγκιπα και μετέπειτα Βασιλιά της Δανίας Χριστιανού Θ’ Γκλύξμπουργκ. Βασιλιάς των Ελλήνων εκλέχτηκε μετά από ψήφισμα της Β’ Εθνοσυνέλευσης στις 18 Μαρτίου του 1863, λίγο μετά την εκθρόνιση του Όθωνα και παντρεύτηκε το 1867 τη δούκισσα της Ρωσίας Όλγα Κωνσταντίνοβα. Φυσικά η έγκριση για την εκλογή του δόθηκε από τις λεγόμενες προστάτιδες δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία). Αξιοσημείωτο είναι ότι στο ψήφισμα αυτό ο Γεώργιος αποκαλείται «Βασιλεύς των Ελλήνων», κατόπιν προτροπής του ιδίου, και όχι Βασιλεύς της Ελλάδας, όπως ονομαζόταν ο Όθωνας. 
Παρά τις διαμαρτυρίες της Υψηλής Πύλης για την προσηγορία αυτή, που σήμαινε ότι ο Γεώργιος θα ήταν Βασιλιάς όχι μόνο των κατοίκων της Ελλάδας, αλλά και όλων των Ελλήνων, όπου κι αν βρίσκονταν, η προσωνυμία έμεινε. 
Στα ξενόγλωσσα κείμενα ο τίτλος ήταν «Roi des Grecs». Αργότερα όμως, για να ικανοποιηθεί η Πύλη, έγινε «Roi des Hellenes».


Ορκομωσία του νέου βασιλιά Κωνσταντίνου

Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΗ ΝΙΓΡΙΤΑ

Η σύσταση της ελληνοσερβικής συμμαχίας ερχόταν να επιβεβαιώσει την ουσιαστική διάσπαση του βαλκανικού συμμαχικού μετώπου. Έλληνες και Σέρβοι εμφανίζονταν αντιμέτωποι με τους Βούλγαρους. 
Παρ’ όλα αυτά, ο Βενιζέλος δεν ήθελε η Ελλάδα να αναλάβει σε καμία περίπτωση επιθετική πρωτοβουλία εναντίον της Βουλγαρίας. 
Και ήταν τελικά οι Βούλγαροι (17 Ιουνίου 1913) που προσέβαλαν τις ελληνικές και σερβικές προφυλακές στη Γευγελή και στη Νιγρίτα. 
Ο Β’ Βαλκανικός πόλεμος είχε αρχίσει.
Τον Ιούνιο του 1913, στη Μακεδονία υπήρχαν 117.861 άνδρες από 8 μεραρχίες που υποστηρίζονταν από 9 ορειβατικές και 33 πεδινές πυροβολαρχίες. 
Η 7η μεραρχία τοποθετήθηκε ανάμεσα στον κόλπο του Σταυρού και στη Βόλβη, έτσι ώστε το δεξιό της να υποστηρίζεται από το στόλο, η 1η ανάμεσα από τις δύο λίμνες, η 6η από τη λίμνη Λαγκαδά ως την αμαξιτή οδό Σερρών – Θεσσαλονίκης και η 4η από εκεί μέχρι τον Γαλλικό ποταμό. 
Δυτικότερα συγκροτήθηκε τμήμα στρατιάς από την 3η και την 4η μεραρχία, που συγκεντρώνονταν μεταξύ Γαλλικού και Λίμνης Αματόβου. 
Ακόμα πιο δυτικά βρισκόταν η 10η μεραρχία. 
Η 2η μεραρχία και η ταξιαρχία ιππικού παρέμεναν στη Θεσσαλονίκη στη διάθεση του Γενικού Στρατηγείου.


Η επίθεση των Βουλγάρων στη Νιγρίτα ανάγκασε τα ελληνικά τμήματα να υποχωρήσουν σε προκαθορισμένες θέσεις αμύνης. 
Το μεσημέρι, ο Κωνσταντίνος επέδωσε τελεσίγραφο στο Βούλγαρο φρούραρχο της Θεσσαλονίκης να αποχωρήσει την ίδια μέρα από την πόλη με ολόκληρη τη φρουρά αφοπλισμένη. 
Ο φρούραρχος αγνόησε το τελεσίγραφο και τότε μονάδες της 2ης μεραρχίας, ενισχυμένες από την Κρητική χωροφυλακή, επιτέθηκαν στους βουλγαρικούς στρατώνες. 
Οι οδομαχίες κράτησαν όλη τη νύκτα και την επομένη το πρωί το βουλγαρικό απόσπασμα είχε αιχμαλωτισθεί. 
Οι ελληνικές απώλειες ήταν 18 νεκροί και 17 τραυματίες.

ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ


Ο βασιλιάς από τη Θεσσαλονίκη που βρισκόταν, στις 18 Ιουνίου στις 11 το πρωί, εξέδωσε γενική διαταγή προς όλες τις μεραρχίες και την ταξιαρχία ιππικού με την οποία τονιζόταν ότι ο ελληνικός στρατός θα εγκατέλειπε την αμυντική του στάση και θα ενεργούσε αντεπίθεση. 
Ακολουθεί διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό (20 Ιουνίου 1913):
«Προς τον λαό μου
Συμμαχήσαντες μετά των άλλων χριστιανικών κρατών προς απελευθέρωση πασχόντων αδελφών, ευτυχήσαμε να δούμε τον κοινό αγώνα στεφανωμένο από τη νίκη και να καταλύει την τυραννία, τα ελληνικά δε όπλα να θριαμβεύουν κατά ξηρά και κατά θάλασσα. 
Η ηττηθείσα αυτοκρατορία παρεχώρησε αδιαιρέτως εις τους Συμμάχους το απελευθερωθέν έδαφος. 
Αλλά ενώ η Ελλάς δικαία, καθώς πάντοτε, συμφώνους έχουσα και τους δύο άλλους των συμμάχων ηθέλησε φιλική τη διανομή του απελευθερωθέντος εδάφους, άπληστος σύμμαχος, η Βουλγαρία αρνηθείσα πάσα συνεννόηση και διαιτησία, επιζήτησε να σφετερισθεί κατά το πλείστον μόνη αυτή τους καρπούς της κοινής νίκης… 
Ο ελληνικός λαός, εν στενή μετά της Σερβίας και του Μαυροβουνίου αλληλεγγύη, πεπεισμένος για την ιερότητα του σκοπού αναλαμβάνει τα όπλα εις νέο αγώνα υπέρ βωμών και εστιών. 
Ο στρατός της ξηράς και της θαλάσσης, ο αναδείξας την Ελλάδα μεγαλύτερη, καλείται να συνεχίσει τους τιμημένους αγώνας του και σώσει απελευθερωμένους από την τουρκική τυραννία αδελφούς, από την απειλούμενη νέα και δεινότατη δουλεία…
Ζήτω η μεγαλυνθείσα Ελλάς! Ζήτω το Ελληνικό Έθνος!».

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΙΒ’

Το υπουργικό συμβούλιο: Ε. Βενιζέλος, Λ. Κορομηλάς, Κ. Ρεκτιβάν, Εμ. Ρεπούλης, Ι. Τσιριμώκος, Αλ. Διομήδης, Ανδρ. Μιχαλακόπουλος, Ν. Στράτος.

ΜΑΧΗ ΚΙΛΚΙΣ, ΛΑΧΑΝΑ

Η σπουδαιότητα της μάχης Κιλκίς-Λαχανά (19-21 Ιουνίου 1913) είναι πολύ μεγάλη. Επέτρεψε την ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό, των Ελλήνων της Μακεδονίας και της Θράκης, έπειτα από 6 αιώνες βαρβαρικής κατοχής. 
Παράλληλα καθιέρωσε την Ελλάδα ως έναν από τους κυριότερους ρυθμιστικούς παράγοντες των βαλκανικών πραγμάτων και αναίρεσε τη βουλγαρική άποψη, που ήταν ιδιαίτερα προβεβλημένη στην Ευρώπη και παρουσίαζε τη Βουλγαρία ως το πιο ισχυρό κράτος της περιοχής και κύριο μέτοχο των επιτυχιών του βαλκανικού συνασπισμού κατά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Τις παραμονές της μάχης ο ελληνικός στρατός είχε παραταχθεί από την Μποέμιτσα (Αξιούπολη) μέχρι το Στρυμονικό κόλπο, σχηματίζοντας ένα τεράστιο τόξο 90 χλμ. Στο μέσο της παράταξης είχαν τοποθετηθεί η 2η, 4η, 5η και 3η μεραρχία, που θα ενεργούσαν επίθεση στον τομέα του Κιλκίς (αρχαία Κιρκίνη), ενώ πιο ανατολικά η 6η και 1η μεραρχία θα κινούνταν προς τον τομέα του Λαχανά. 
Η 7η μεραρχία, στο δεξιό άκρο, θα προέλαυνε προς τη Νιγρίτα, ενώ η 10η μεραρχία, στο αριστερό άκρο, θα περνούσε τον Αξιό και θα επιτίθετο στα υψώματα του Καλλινόβου.

Το πρωί της 19ης Ιουνίου άρχισε γενική προέλαση του ελληνικού στρατού, σύμφωνα με τις διαταγές, που είχαν δοθεί την προηγουμένη. 
Στη διάρκεια της πρώτης αυτής ημέρας της μάχης οι 4 κεντρικές μεραρχίες πολεμώντας πεισματικά κέρδισαν βήμα προς βήμα όλη την περιοχή νότια του Κιλκίς και εκατέρωθεν της σιδηροδρομικής γραμμής και του ποταμού Γαλλικού, φτάνοντας σε απόσταση 5 χλμ. από την πόλη. 
Ειδικότερα, η 2η μεραρχία προχώρησε, όπως είχε διαταχθεί, προς βορρά, μέχρι τη στιγμή που το πρώτο της σύνταγμα δέχθηκε πυρά από βουλγαρικές δυνάμεις, που κατείχαν τα υψώματα γύρω από το χωριό Μάνδρες. 
Τελικά, με την ενίσχυση και του 7ου συντάγματος επιτέθηκε με τη λόγχη και απώθησε τον εχθρό στις 3:30 το απόγευμα. Παράλληλα, η 4η και η 5η μεραρχία προχώρησαν δεχόμενες τα ισχυρά πυρά του εχθρικού πυροβολικού, που ήταν ταγμένο στα υψώματα βόρεια της Ξυλοκερατιάς. 
Για πολλή ώρα καθηλώθηκαν στο ύψος της σιδηροδρομικής γραμμής, με αποτέλεσμα να υποστούν βαρύτατες απώλειες, μέχρι να καταληφθούν με τη λόγχη τα πρώτα βουλγαρικά χαρακώματα. 
Στο μεταξύ, η 3η μεραρχία επιτέθηκε εναντίον των Βουλγάρων, που κατείχαν τα υψώματα Άνω Αποστόλων και Γυναικόκαστρου και τους έτρεψε σε φυγή, καταλαμβάνοντας το χωριό Πέρινθος και Ξυλοκερατιά. 
Τέλος, η 10η μεραρχία διάβηκε τον Αξιό στο ύψος της Αξιούπολης και, μετά από σκληρή μάχη στην αριστερή όχθη, απώθησε τον εχθρό. 
Το τέλος της πρώτης αυτής ημέρας βρήκε τον εχθρό συρρικνωμένο στα υψώματα γύρω από το Κιλκίς.
Το γεγονός ότι οι ελληνικές μεραρχίες του κέντρου του μετώπου ήρθαν τόσο σύντομα σε επαφή με τα εχθρικά στρατεύματα δηλώνει την πρόθεση των Βουλγάρων για αιφνιδιαστική επίθεση εναντίον της Θεσσαλονίκης, πρόθεση που επιβεβαιώθηκε και από πληροφορία Βούλγαρου αιχμαλώτου. 
Η μάχη συνεχίστηκε σφοδρή και την επομένη, 20 Ιουνίου 1913. Συγκεκριμένα, η 2η μεραρχία προχώρησε και έφτασε σε θέση εξόρμησης προς την πόλη του Κιλκίς, στα υψώματα νότια της Ποταμιάς, χωρίς να συναντήσει ιδιαίτερη αντίσταση. 
Η 4η μεραρχία, που ήταν πιο προωθημένη από τις άλλες, ξεκίνησε στις 9:30 το πρωί και μέχρι το μεσημέρι είχε καταλάβει τα υψώματα ανατολικά του Σαρηγκιόλ (Κρήστωνα), αλλά κατά τις 5:00 το απόγευμα ακινητοποιήθηκε μπροστά από το Κιλκίς σε απόσταση 1.000 μέτρων από τα πρώτα εχθρικά χαρακώματα. 
Πιο ανατολικά, η 5η μεραρχία προήλασε προς το σιδηροδρομικό σταθμό του Σαρηγκιόλ, όπου όμως κατά τις 3:00 το απόγευμα καθηλώθηκε από τα εχθρικά πυρά, παρά την κάλυψη του ελληνικού πυροβολικού. 
Τέλος, έφτασε, καταδιώκοντας μεμονωμένα βουλγαρικά τμήματα στα υψώματα Αρμουτζή, όπου και διανυκτέρευσε.

Όπως αποδείχθηκε και αργότερα, οι Βούλγαροι είχαν οχυρώσει την κύρια αμυντική τους γραμμή μπροστά από το Κιλκίς μ’ ένα πραγματικό δάσος ορυγμάτων, ενισχυμένων από πολυβολεία, που στο κεντρικό τμήμα έφταναν σε βάθος μέχρι και 6 χλμ. 
Έτσι, για να επιτευχθεί η κατάληψη της γραμμής αυτής με όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες, αποφασίστηκε να εκτελέσει η 2η μεραρχία πλευρικό νυχτερινό αιφνιδιασμό. Σύμφωνα με αυτό το σχέδιο, το 1ο και 7ο σύνταγμα της 2ης μεραρχίας πέρασαν το Γαλλικό ποταμό και στις 3:30 πλησίαζαν τα εχθρικά χαρακώματα. 
Οι κινήσεις τους έγιναν αντιληπτές από τους Βουλγάρους, που νόμισαν ότι πρόκειται για γενική νυχτερινή επίθεση. Ακολούθησε ανταλλαγή πυρών του πυροβολικού για μία ώρα περίπου. Στο μεταξύ, στις 4:10 περίπου τα δύο συντάγματα κατέλαβαν την πρώτη εχθρική γραμμή, στις 5:00 τη δεύτερη και έπειτα από σκληρή, σώμα με σώμα, μάχη κατέλαβαν, στις 10:00 το πρωί την τρίτη και πιο ισχυρή θέση.
Με την ανατολή της τρίτης και τελευταίας μέρας της μάχης, επιτέθηκαν και οι υπόλοιπες μεραρχίες (4η, 5η και 3η) εναντίον των απέναντί τους εχθρών. 
Με αυτοθυσία και μεγάλες απώλειες προχώρησαν καταλαμβάνοντας τα εχθρικά χαρακώματα και φτάνοντας στις 11:00 στις παρυφές του Κιλκίς. 
Την ίδια ώρα περίπου οι Βούλγαροι υποχώρησαν σε όλο το μήκος του μετώπου και, μετά από διαταγή του Κωνσταντίνου, ο ελληνικός στρατός εκτέλεσε καταδίωξη. 
Παράλληλα, η 10η μεραρχία στο αριστερό άκρο της παράταξης διέθεσε όλες τις δυνάμεις της για την κατάληψη του Καλλινόβου, στόχος που επιτεύχθηκε τις πρώτες απογευματινές ώρες. 
Οι συνολικές απώλειες των 4 μεραρχιών στην τριήμερη μάχη ανήλθαν σε 5.662 νεκρούς και τραυματίες.


Στο ανατολικό θέατρο των επιχειρήσεων στην περιοχή Λαχανά, οι μάχες διεξήχθησαν σώμα με σώμα. 
Το βράδυ της 19ης Ιουνίου, η 6η μεραρχία έφθασε στο ύψωμα Γερμανικό και η 1η μεραρχία στο χωριό Όσσα. 
Το επόμενο πρωί άρχισε γενική επίθεση των ελληνικών τμημάτων. 
Οι απώλειες από τα πυρά των Βουλγάρων ήταν μεγάλες και οι Έλληνες στρατιώτες καθηλώθηκαν στις θέσεις τους. 
Στις 21 Ιουνίου όμως όταν αναγγέλθηκε η νίκη στο Κιλκίς, οι Βούλγαροι υποχώρησαν άτακτα, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης 16 πυροβόλα. 
Οι Έλληνες τους καταδίωξαν με τη λόγχη και συνέλαβαν 500 αιχμαλώτους. 
Οι συνολικές απώλειες των δύο μεραρχιών στη μάχη του Λαχανά ανήλθαν σε 2.701 νεκρούς και τραυματίες.


Στην πόλη του Κιλκίς (Κουκούς στα βουλγαρικά) έμεναν μόνο Βούλγαροι και ο ελληνικός στρατός κατηγορείται ότι, αφού έδιωξε όλους τους κατοίκους, την έκαψε ολοσχερώς. 
Επίσης, οι Βούλγαροι κατηγορούν τους Έλληνες στρατιώτες για βιαιότητες και εγκλήματα σε βουλγαρικά χωριά. 
Στο μεταξύ η 7η μεραρχία, στο δεξιό άκρο του μετώπου, καταλάμβανε τη Νιγρίτα (20-6-1913) που είχε πυρποληθεί από τους κομιτατζήδες. 
Όσοι από τους αμάχους είχαν μείνει στην πόλη είχαν κατακρεουργηθεί.

ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΔΟΪΡΑΝΗΣ

Η βουλγαρική στρατιά υποχωρώντας από το Κιλκίς κατέφυγε στην περιοχή Δοϊράνης – Γευγελής και οργάνωσε αμυντική τοποθεσία στα υψώματα νότια από τη Δοϊράνη πάνω από το χωριό Βλαντάγια. 
Το ελληνικό Γενικό Στρατηγείο, μετά τη διπλή νίκη της 21ης Ιουνίου, έθεσε σαν άμεσο σκοπό την όσο το δυνατό ταχύτερη εκκαθάριση όλης της περιοχής δυτικά του Στρυμόνα και νότια του Μπέλες από τις εχθρικές δυνάμεις και την απώθησή τους προς τα ΒΑ, ώστε να επιτευχθεί επαφή με τους Σέρβους.
Στο αριστερό του ελληνικού στρατού βάδιζαν η 6η και η 10η μεραρχία με κατεύθυνση τη Δοϊράνη. 
Το πρωί της 22ας Ιουνίου οι εμπροσθοφυλακές τους έφθασαν αντίστοιχα στη Χέρσοβα και το Γενήκιοϊ (Ελευθεροχώρι) και δέχτηκαν εχθρικά πυρά από τα υψώματα της λίμνης. 
Το 4ο σύνταγμα ευζώνων της 10ης μεραρχίας επιτέθηκε το μεσημέρι και απώθησε τις εχθρικές προφυλακές από το χωριό Βλαντάγια, ενώ η υπόλοιπη μεραρχία καλύφτηκε κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό Καλινδρίας.



Το πρωί της 23ης Ιουνίου, ο ελληνικός στρατός ξεκίνησε συντονισμένη επίθεση με όλες του τις δυνάμεις. 
Οι εύζωνοι κατέλαβαν με τη λόγχη το σιδηροδρομικό σταθμό της Δοϊράνης. 
Οι Βούλγαροι αντιλήφθηκαν την υπερφαλάγγιση στο αριστερό τους και εγκατέλειψαν τις θέσεις πάνω στα υψώματα, υποχωρώντας προς τα βόρεια, αφού απήγαγαν ως ομήρους τον Μητροπολίτη και 30 προκρίτους της πόλης. 
Η μάχη της Δοϊράνης κόστισε στις δύο μεραρχίες περίπου 1.000 νεκρούς και τραυματίες.

ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ

Μετά τη συντριβή των εχθρικών δυνάμεων, στόχος του Γενικού Στρατηγείου ήταν η εκκαθάριση της περιοχής μεταξύ Στρυμόνα και Μπέλες, ενώ η 7η μεραρχία θα παρέμενε ως εφεδρεία στη δυτική όχθη του ποταμού. 
Στο μεταξύ, ο ελληνικός στόλος εκτελούσε παραπειστική ναυτική επίδειξη μπροστά από την Καβάλα, ολόκληρη την 24η Ιουνίου 1913, με αδειανά μεταγωγικά πλοία. 
Αυτή η κίνηση δημιούργησε την εντύπωση στους Βούλγαρους ότι οι ελληνικές μεραρχίες της Ηπείρου είχαν έρθει ως ενισχύσεις κι αποβιβάζονταν ανατολικά της Καβάλας, στην Κεραμωτή, απέναντι από τη Θάσο. 
Έτσι στις 25 Ιουνίου, εκκένωσαν την Καβάλα, για να την καταλάβει αναίμακτα ο στόλος μας με τα αντιτορπιλικά «Δόξα», «Πάνθηρ» και «Ιέραξ».


Είσοδος τμήματος της 7ης Μεραραρχίας στην Καβάλα, από τους Αμπελοκήπους
Στο μεταξύ το δεξιό του ελληνικού στρατού συνέχιζε τις εκκαθαριστικές του επιχειρήσεις. 
Επικεφαλής ήταν ο αντιστράτηγος Εμμανουήλ Μανουσογιαννάκης από τα Σφακιά. 
Το βράδυ της 25ης Ιουνίου, η 1η μεραρχία έφτασε στο Τουρτσελή (Θρακικό) και η 6η στον Τζουμά Μαχαλά (Λιβάδια). 
Υπήρχαν πληροφορίες για σημαντικές βουλγαρικές δυνάμεις στα υψώματα της Βετρίνας και στην ανατολική όχθη του Στρυμόνα μπροστά από το Σιδηρόκαστρο (Δεμίρ Χισάρ). 
Μετά από σκληρές μάχες τριών ημερών το 1ο σύνταγμα ευζώνων κατέλαβε το Νέο Πετρίτσι. 
Οι Έλληνες κάτοικοι του χωριού έσπευσαν με ενθουσιασμό και δάκρυα στα μάτια να υποδεχθούν και να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες των κουρασμένων ευζώνων, επικεφαλής των οποίων υπήρξε ο μετέπειτα στρατηγός Γεώργιος Κονδύλης.

Τα υψώματα πάνω από το χωριό, ήταν καλά οχυρωμένα από τους Βουλγάρους, όπου είχαν τοποθετήσει 4 πυροβόλα, που δυσκόλευαν στο έπακρο τις κινήσεις των ελληνικών τμημάτων, γύρω από το χωριό. 
Χρειάστηκε λοιπόν μια νέα προσπάθεια για την κατάληψη και την εκδίωξη του εχθρού. 
Το πρωί της 27ης Ιουνίου 1913, ο λόχος ευζώνων, με επικεφαλής τον λοχαγό Γεώργιο Παπαδόπουλο, έκανε γενική επίθεση. 
Ο γενναίος λοχαγός, με το περίστροφο στο χέρι και οδηγώντας τους άνδρες του στα εχθρικά οχυρά, έπεσε νεκρός από βουλγαρικό βόλι. 
Οι εύζωνοι όμως προχώρησαν ακάθεκτοι και με τη χαρακτηριστική ιαχή «Αέρα» κατέλαβαν τα 4 πυροβόλα, εκτοπίζοντας τους εναπομείναντες Βουλγάρους, που τράπηκαν σε άτακτη φυγή προς τον Στρυμόνα.
Η περιοχή από το Νέο Πετρίτσι, μέχρι τη γέφυρα του Στρυμόνα κατακλύστηκε από πανικόβλητους Βουλγάρους, που προσπαθούσαν να περάσουν τα στενά του Ρούπελ, ενώ η 6η μεραρχία καταλάμβανε το Δεμίρ Χισάρ (Σιδηρόκαστρο). 
Εκεί βρέθηκαν τα πτώματα του μητροπολίτη και 100 προκρίτων, που τους είχαν σφάξει οι Βούλγαροι. 
Ο επικεφαλής της ύλης του ιππικού, ανθυπολοχαγός Ιωαννίδης, που ελευθέρωσε το Σιδηρόκαστρο, ύψωσε τη γαλανόλευκη στο βυζαντινό κάστρο της πόλης. 
Οι συνολικές απώλειες από τη μάχη της Βετρίνας ανήλθαν σε 39 νεκρούς και 209 τραυματίες.

Στις 28 Ιουνίου 1913, η 7η μεραρχία υπό τις διαταγές του αντιστράτηγου Ναπολέοντα Σωτήλη, πέρασε τις γέφυρες Στρυμονικού και Κουμαριάς και απελευθέρωσε τις Σέρρες. 
Οι Βούλγαροι, πριν την αναχώρησή τους έκαψαν το μεγαλύτερο μέρος της πόλης και κυρίως τη μεγάλη ελληνική συνοικία και την ελληνική αγορά.
Στις 30 Ιουνίου 1913, το 21ο σύνταγμα υπό την ηγεσία του Συνταγματάρχη Νικολάου Μιχαλόπουλου Αρκαδινού, έλαβε διαταγή να κατευθυνθεί προς τη Δράμα και το ίδιο βράδυ έφθασε μέχρι το σιδηροδρομικό σταθμό Αγγίστης. 
Την επομένη, 1η Ιουλίου, συνέχισε την πορεία του και αφού έδωσε σκληρή μάχη με τους κομιτατζήδες κοντά στην Αλιστράτη, έφθασε στη Δράμα και την απελευθέρωσε μετά από 500 χρόνια κατοχής.


Στην κωμόπολη του Δοξάτου, στα ΝΑ της Δράμας, οι Βούλγαροι κατά την υποχώρησή τους, στις 30 Ιουνίου, διέπραξαν μεγάλης έκτασης βανδαλισμούς, την πυρπόλησαν και έσφαξαν περισσότερους από 3.000 κατοίκους της, μεταξύ των οποίων πολλούς ιερείς, γυναίκες και παιδιά. 
Στις 9 Ιουλίου, η 7η μεραρχία αφού συγκρούστηκε με βουλγαρικά τμήματα κοντά στο Ντεντελέρ (Καπνόφυτο) έφτασε στο Παρανέστι. 
Στις 11 Ιουλίου, κατέλαβε τη Χρυσούπολη και στις 12 Ιουλίου 1913 τη Ξάνθη. 
Ταυτόχρονα, ο ελληνικός στόλος καταλάμβανε το Πόρτο Λάγος, τη Μαρώνεια και το Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη).


Οι ελληνικές μεραρχίες του κέντρου και του αριστερού κινήθηκαν στις 24 Ιουνίου 1913 προς τα ΒΑ με κατεύθυνση την κοιλάδα της Στρωμνίτσας που τη χώριζε από την περιοχή της Δοϊράνης το βουνό Μπέλες. 
Έτσι, η 2η μεραρχία ξεκίνησε από το Σνέφτσε (Κεντρικό) και έφθασε το βράδυ στις νότιες προσβάσεις του Μπέλες (Κερκίνη) μαζί με την 4η μεραρχία, ενώ η 3η και 5η μεραρχία βάδισαν παράλληλα με άξονα τον αμαξιτό δρόμο Δοϊράνης-Στρωμνίτσας.


Μετά από σκληρές μάχες στις πλαγιές του όρους, τη νύχτα της 25ης προς 26η Ιουνίου οι Βούλγαροι υποχώρησαν από όλες τις θέσεις τους πάνω στο Μπέλες. 
Μόλις η υποχώρησή τους έγινε αντιληπτή, το Γενικό Στρατηγείο διέταξε τις μεραρχίες του κέντρου να κατέβουν από το βουνό και να καταλάβουν την κοιλάδα της Στρωμνίτσας. 
Αμέσως η 4η μεραρχία καταδίωξε τους αντίπαλους που υποχωρούσαν και αποκόμισε 6 εχθρικά πυροβόλα, ενώ το 23ο σύνταγμα της 5ης μεραρχίας μαζί με την Ημιλαρχία ιππικού της 3ης μεραρχίας μπήκαν στις 11 το πρωί στην πόλη της Στρωμνίτσας, χωρίς να συναντήσουν αντίσταση. 
Τέλος, το βράδυ της 26ης Ιουνίου, η 10η μεραρχία έφθασε στο Πόπτσεβο και η ταξιαρχία ιππικού στο Χατζή-Μπεϊλίκ.

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και ο Ελ. Βενιζέλος στο Χατζή-Μπεϊλίκ


Μετά την κατάληψη της Στρωμνίτσας στα δυτικά και του Σιδηροκάστρου στα ανατολικά, η 7η μεραρχία που κινείτο ανατολικά θα προχωρούσε προς το Νευροκόπι, οι μεραρχίες του κέντρου θα ακολουθούσαν την κοιλάδα του Στρυμόνα ποταμού προς τις πηγές του, ενώ οι μεραρχίες του αριστερού (3η, 10η) θα βάδιζαν προς το Πέτσεβο και από εκεί προς τη Τζουμαγιά.


Στις 28 Ιουνίου 1913 η 6η μεραρχία κατέλαβε το Ρούπελ και η ταξιαρχία ιππικού το Πετρίτσι. 
Ο ελληνικός στρατός καταλάμβανε το ένα χωριό μετά το άλλο, καταδιώκοντας κατά πόδας και με την ιαχή «ΑΕΡΑ», την πάλαι ποτέ πανίσχυρη στρατιωτική βουλγαρική μηχανή.


Ακολούθησαν αιματηρές μάχες στα στενά της Κρέσνας, στο Σιμιτλή και στη Τζουμαγιά, που συνεχίστηκαν μέχρι τις 18 Ιουλίου 1913. 
Οι εξουθενωμένοι Βούλγαροι που διαρκώς υποχωρούσαν μέσα στο έδαφός τους ζήτησαν ανακωχή. 
Ήδη σε όλα τα μέτωπα είχαν μόνον ήττες. 
Οι Σέρβοι προέλαυναν, όπως και οι Τούρκοι που κατέλαβαν την Αδριανούπολη και τις Σαράντα Εκκλησιές, ενώ οι Ρουμάνοι δια περιπάτου έφταναν μέχρι και τη Σόφια.


Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΟΥ ΒΟΥΚΟΥΡΕΣΤΙΟΥ

Η συντριβή του μέχρι τότε πανίσχυρου βουλγαρικού στρατού από τα πλήγματα των ελληνικών και σερβικών στρατευμάτων, σε συνδυασμό με την πολεμική ανάμειξη της Ρουμανίας και της Τουρκίας, ήταν επόμενο να προκαλέσει τη διπλωματική παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων. 
Οι Ρώσοι πρότειναν την άμεση κατάπαυση του πυρός, κάτι που έβρισκε αντίθετο τον βασιλιά, που επιδίωκε την ταπείνωση της Βουλγαρίας, ειδικά μετά από τις ωμότητες που διέπραξαν οι κομιτατζήδες στα ελληνικά χωριά. 
Στις 17 Ιουλίου 1913 άρχισαν οι εργασίες της συνδιάσκεψης του Βουκουρεστίου, με τη Βουλγαρία να έχει την κάλυψη της Ρωσίας και της Αυστρίας, στην απαίτησή της για έξοδο προς το Αιγαίο μέσω του λιμένος της Καβάλας. 
Τελικά, χάρις στη στήριξη της Γαλλίας και του Γερμανού αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β’, η Καβάλα παραχωρήθηκε στην Ελλάδα.


Στις 28 Ιουλίου 1913, υπογράφηκε οριστικά στο Βουκουρέστι η συνθήκη ειρήνης ανάμεσα στη Βουλγαρία από τη μία πλευρά και τη Ρουμανία, την Ελλάδα, το Μαυροβούνιο και τη Σερβία από την άλλη. 
Το άρθρο 4 προέβλεπε τη χάραξη της οροθετικής γραμμής μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας «από των νέων βουλγαροσερβικών συνόρων επί της κορυφογραμμής του όρους Μπέλες… στις εκβολές του ποταμού Νέστου στο Αιγαίο πέλαγος». 
Η Σερβία έπαιρνε τη Βόρεια Μακεδονία ως τη Ραντόβιτσα και τη Στρώμνιτσα, με το Μοναστήρι και το μεγαλύτερο μέρος της κοιλάδας του Αξιού (Βαρδάρη). 
Η Ελλάδα έπαιρνε τη Θεσσαλονίκη, τη Χαλκιδική, το λιμάνι της Καβάλας, με ολόκληρη σχεδόν την ενδοχώρα, τη νότια Ήπειρο με τα Ιωάννινα, τα νησιά του Αιγαίου (εκτός από τα Δωδεκάνησα, που έμεναν στους Ιταλούς, το Καστελλόριζο, την Ίμβρο και την Τένεδο που έμεναν υπό τουρκική κατοχή). 
Στη Βουλγαρία δινόταν έξοδος στο Αιγαίο ανάμεσα στο Πόρτο – Λάγος και το Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη). 
Η Ρουμανία πήρε τη Νότιο Δοβρουτσά και η Τουρκία κράτησε την Ανατολική Θράκη με την Αδριανούπολη. Ολόκληρη η βόρεια Ήπειρος με τη νησίδα Σάσσωνα παραχωρείτο στην Αλβανία, που στην ουσία γινόταν ένα προτεκτοράτο των Μεγάλων Δυνάμεων και ειδικά της Αυστρίας και της Ιταλίας.


Ένα ακόμη ενδιαφέρον σημείο των διπλωματικών διεργασιών στη Διάσκεψη του Βουκουρεστίου είναι και τούτο: 
Ο Βενιζέλος κατάφερε να προσεταιριστεί τους Ρουμάνους και να κερδίσει την υποστήριξή τους γύρω από τις ελληνικές διεκδικήσεις, αφού προηγουμένως αποδέχτηκε τις παλιές ρουμανικές αξιώσεις να παραχωρηθεί σχολική και εκκλησιαστική αυτονομία στους Κουτσόβλαχους που ήταν εγκατεστημένοι στη Δ. Μακεδονία και την Ήπειρο. 
Πάντως, από τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, η Ελλάδα βγήκε σχεδόν διπλάσια. 
Η εδαφική της έκταση, από τα 63.211 τετρ. χλμ., έφθασε με τη συνθήκη στα 120.308 τετρ. χλμ. και ο πληθυσμό της, από 2.631.912 έφτασε τους 4.718.221 κατοίκους. 
Η Ελλάδα απαλλασσόταν από την εδαφική καχεξία, που είχε αναγκαστικά συνυφανθεί στη διάρκεια του 19ου αιώνα με την οικονομική στενότητα, τη στρατιωτική ανεπάρκεια και τη διπλωματική αδυναμία.


ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ

Ο Α’ Βαλκανικός πόλεμος είναι για την Ελλάδα αντιστρόφως ανάλογος, με τις απώλειες. Δηλαδή με μικρές απώλειες η Ελλάδα διπλασιάσθηκε. 
Αντίστοιχα και η Σερβία εκπλήρωσε όλους τους αντικειμενικούς στόχους της, ενώ η Βουλγαρία είχε πολύ μεγάλες απώλειες ειδικά στο μέτωπο της Αδριανούπολης μετά τον Β’ Βαλκανικό πόλεμο τον οποίο η ίδια προκάλεσε, δεν είχε μεγάλα εδαφικά κέρδη.


Το ελληνικό κράτος διπλασιάσθηκε και σε έκταση και σε πληθυσμό με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν οι καλύτερες προϋποθέσεις για κοινωνική, πολιτική και οικονομική ανάπτυξη. 
Ταυτόχρονα άλλαξε ριζικά και η δομή του πληθυσμού, τόσο για το νέο Ελληνικό κράτος όσο και στο κομμάτι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που αποσπάστηκε από αυτήν. 
Δηλαδή, στην θέση ενός ενιαίου οικονομικού χώρου ξαφνικά μπήκαν σύνορα, τα οποία επηρέασαν π.χ. τους νομάδες κτηνοτρόφους οι οποίοι ήταν συνηθισμένοι να μετακινούνται στον ενιαίο χώρο των Βαλκανίων. 
Ανάλογα επηρεάσθηκαν οι Έλληνες έμποροι, που ήταν η αστική τάξη της εποχής. 
Μια λύση ήταν η στροφή στη διοίκηση. 
Δηλαδή οι Έλληνες αστοί από έμποροι άρχισαν να μετατρέπονται σε δημοσίους υπαλλήλους και να τοποθετούνται στον διοικητικό μηχανισμό του νέου Ελληνικού κράτους στην θέση των αποχωρούντων Μουσουλμάνων.


Ταυτόχρονα μεγάλος αριθμός πληθυσμού μετακινήθηκε από όλες και προς όλες τις πλευρές. Υπολογίζονται σε περισσότερες από 400.000 οι Τούρκοι που έφυγαν από την Οθωμανική, Ευρωπαϊκή αυτοκρατορία και πήγαν προς την Τουρκία. 
Γενικά κυρίως μετά τον Β’ Βαλκανικό πόλεμο οι κάτοικοι των εδαφών της τέως Ευρωπαϊκής Τουρκίας αισθάνονται απειλούμενοι από τον αλυτρωτισμό των υπολοίπων εθνοτήτων και σε πολλές περιπτώσεις (κυρίως οι φτωχότεροι) ακολουθούν τα στρατεύματα του έθνους τους. 
Υπάρχουν φιλμ της εποχής που δείχνουν καραβάνια Σέρβων, Βουλγάρων, Τούρκων ή Ελλήνων προσφύγων να ακολουθούν τα αντίστοιχα στρατεύματα μέχρι να ορισθούν τα τελικά σύνορα.


Η Ελλάδα δέχθηκε και άλλα κύματα προσφύγων λόγω των διωγμών που υπέστησαν οι Έλληνες στη Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία. 
Το Οθωμανικό κράτος ψάχνοντας υπεύθυνους για την ήττα ξέσπασε σε διωγμούς εναντίον των Ελλήνων. 
Υπολογίζονται σε περισσότερους από 100.000 οι πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη και αντίστοιχος αριθμός από τη Μικρά Ασία οι πρόσφυγες που εξαναγκάστηκαν να φύγουν μετά τις βιαιότητες.


Χάρτης κατανομής προσφύγων στη Μακεδονία μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης, 1923

Από κοινωνική άποψη με την ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης, αλλά και της Μακεδονίας γενικότερα, το Ελληνικό κράτος, από μονοεθνικό κι αγροτικό, γίνεται ξαφνικά πολυεθνικό, αλλά και λόγω της ενσωμάτωσης των νέων εδαφών αλλάζει κοινωνική δομή αποκτώντας περισσότερους αστούς και εργάτες. Ενσωματώνονται (μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923) μεγάλες μάζες Μουσουλμάνων, Εβραίων και σε πολύ μικρότερο βαθμό Σλάβων.


Η Μακεδονία πλησίαζε πιο πολύ στη Ευρώπη από τις υπόλοιπες περιοχές του Ελληνικού κράτους. Υπήρχαν αστικά κέντρα αμιγώς ελληνικά, αλλά και βλάχικα, όπως η Κλεισούρα, όπου σε αντίθεση με την επαρχία του Ελληνικού κράτους ήταν εξοικειωμένοι με τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής, και βέβαια αυτό αντανακλάται και στα ρούχα που φορούσαν. 
Στις αρχές του 20ου αιώνα, οι νέες Ελληνίδες, ακόμη και στα χωριά της Μακεδονίας, δεν φορούν πια τα παραδοσιακά ρούχα και μάλιστα οι εύπορες αστές ντύνονται με την τελευταία λέξη της γαλλικής μόδας. Δηλαδή το Ελληνικό κράτος αστικοποιείται και ταυτόχρονα «κληρονομεί» μεγάλες ομάδες εργατών λόγω των πόλεων της Μακεδονίας. 
Η Θεσσαλονίκη την εποχή εκείνη ήταν η πιο ευρωπαϊκή πόλη της Ελλάδας.

Χάρτης νοτίων Βαλκανίων μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης το 1923

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΜΑΣ ΠΑΤΩΝΤΑΣ LIKE "ΕΔΩ"


TΕΛΕΥΤΑΊΑ ΆΡΘΡΑ ΤΟΥ BLOG