GRID_STYLE
FALSE
TRUE

Classic Header

{fbt_classic_header}

Breaking News:

latest

Στρατηγός Γεώργιος Κονδύλης (14 Αὐγ.1879 – 1 Φεβ.1936)

Γράφει ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΚΛΕΤΣΟΣ Ο Ευρυτάν στρατηγός Γεώργιος Κονδύλης υπήρξε μια κατ’ εξοχήν «δυναμική» προσωπικότητα της ...





Γράφει ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΚΛΕΤΣΟΣ

Ο Ευρυτάν στρατηγός Γεώργιος Κονδύλης υπήρξε μια κατ’ εξοχήν «δυναμική» προσωπικότητα της νεότερης πολιτικής Ιστορίας του τόπου.
Μαχητικός, άνθρωπος της δράσεως, με ροπή προς την περιπέτεια, φιλόδοξος και φίλαρχος.
Ανθεκτικός στις κακουχίες, ακατάβλητος στις αντιξοότητες, θαραλλέος στους κινδύνους, τύπος πολεμιστή, υπόδειγμα στρατιωτικού αρχηγού. 
Ενεργητικός και αποφασιστικός, ανελάμβανε αδίστακτα την ευθύνη σε κάθε κρίσιμη περίσταση, ενέπνεε και φρονιμάτιζε τους γύρω του με το προσωπικό του παράδειγμα, προκινδύνευε των συμμαχητών του.
Είχε το μέγα χάρισμα της επιβολής.
Προκαλούσε το θαυμασμό, το σεβασμό και την αυθόρμητη υποταγή των υφισταμένων του.
Είχε το ένστικτο του αρχηγού, το χάρισμα του ηγέτη.

Από την άλλη μεριά δύσκολα θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει κανένας σαν άνθρωπο αρχών.
Δεν έδινε και πολύ σημασία στη συνέπεια.
Δυσκολευόταν να ενδώσει σε ηθικές αναστολές.
Δεν καταλαμβανόταν εύκολα από δισταγμούς.
Όταν αποφάσιζε να δράσει δεν είχε πλέον ενδοιασμούς στην επιλογή των μέσων.
Αρκεί να επιτυγχανόταν ο αντικειμενικός στόχος, ο τελικός σκοπός.

Με σπουδές γυμνασιακές και μάλιστα χωρίς καν να έχει πάρει απολυτήριο, αρχίζει την καριέρα του σε ηλικία 18 ετών κατατασσόμενος σαν απλός στρατιώτης-εθελοντής του Πεζικού.
Χωρίς να έχει τελειώσει καμιά απολύτως στρατιωτική σχολή, ούτε αυτή τη Σχολή Υπαξιωματικών, εξελίσσεται μέχρι του βαθμού του αντιστράτηγου, αναδεικνύεται σε ικανότατο πολεμικόν ηγέτη. 
Καταστέλλει ή ηγείται πέντε κινημάτων (καταστέλλει κίνημα Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη 1923),ανατρέπει με κίνημα τον Πάγκαλο το 1926, αντικρούει κίνημα Πλαστήρα 1933, καταστέλλει βενιζελικό κίνημα Μαρτίου 1935, ανατρέπει με κίνημα τον Τσαλδάρη και επαναφέρει πραξικοπηματικά τη βασιλεία τον Οκτώβριο του 1935).

Γίνεται υπουργός και μάλιστα υπουργός Στρατιωτικών γι’ αρκετό διάστημα κατά το οποίο επεβλήθη απόλυτα επί του στρατεύματος.
Πρωθυπουργός για δύο σύντομα χρονικά διαστήματα και για 1 1/2 μήνα αντιβασιλεύς.
Κατά τη διάρκεια της εκπληκτικής σταδιοδρομίας του η δράση του, ο χαρακτήρας του και η εν γένει προσωπικότητα του ήταν επόμενο να δημιουργήσουν φανατικούς φίλους, αλλά και αδυσώπητους εχθρούς. 
Ίσως ακόμη και σήμερα —μισόν και πλέον αιώνα από το θάνατο του— δεν έχει οριστικά και αμετάκλητα κριθεί από την Ιστορία, ούτε έχει απόλυτα ξεκαθαριστεί και αξιολογηθεί ο ρόλος του και το έργο του κατά την εποχή που έδρασε σαν ένας από τους πρωταγωνιστές της δημόσιας ζωής.

Από νέος κατεχόταν από την ορμή της αναδείξεως, το πάθος της εξουσίας και τη φλόγα να πρωταγωνιστήσει στο θέατρο της ζωής, να μην μείνει απλός θεατής των μεγάλων γεγονότων.
Ήταν από τους ανθρώπους που «φτιάχνουν» Ιστορία, δεν την παρακολουθούν απλώς να εκτυλίσσεται.

Αδιαμφισβήτητος ήταν ο πατριωτισμός του και η αγάπη του για την Ελλάδα, στην υπηρεσία της οποίας δεν δίστασε να προσφέρει όλες τις δυνάμεις και να δώσει παρών σε όλα τα εθνικά προσκλητήρια μιας ολόκληρης 30ετίας (Κρητική Επανάσταση, Μακεδονικός Αγώνας, Βαλκανικοί Πόλεμοι, Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατική εκστρατεία). Μεγαλοϊδεάτης, οραματιστής και θιασώτης του μεγαλώματος και του μεγαλείου της Ελλάδας, λέγεται ότι είχε πάντα στο προσκέφαλο του την Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της επεκτάσεως και διαδόσεως του Ελληνισμού και του Ελληνικού πολιτισμού στις χώρες της Ασίας.

Φιλομαθής, εργατικός, ακαταπόνητος, με δίψα να διευρύνει τους πνευματικούς του ορίζοντες, υπήρξε κυριολεκτικά αυτοδίδακτος και πέτυχε υψηλό βαθμό αυτομορφώσεως, ασχολήθηκε δε ιδιαίτερα με την Ελληνική Ιστορία και μάλιστα με την περίοδο του Μ.Αλεξάνδρου, ο οποίος ήταν ένας από τα ινδάλματα του.
Μόνος του έμαθε ακόμη και τα γαλλικά, τα οποία τελειοποίησε όταν παρέμεινε επί διετία στη Γαλλία στα τέλη της δεκαετίας του ’20.
Ευφυής, εύστροφος, οξύνους με διορατικότητα και ισχυρή κρίση, ζύγιζε επιδέξια ανθρώπους και καταστάσεις. Ρεαλιστής μέχρι ωμότητας, προσγειωμένος, πατούσε πάντα γερά στο έδαφος, ποτέ δεν έχανε την επαφή με τις μάζες και το κοινό αίσθημα του λαού.
Διέκρινε από μακριά τις «χαμένες υποθέσεις» και άρπαζε γερά τις εμφανιζόμενες ευκαιρίες.

Στην προσωπική του ζωή έντιμος και ακέραιος, λιτός, ασκητικός, έζησε «εν πενία», ποτέ δεν τον συγκίνησε το χρήμα, ο πλούτος, οι ανέσεις.
Όμως δεν ήταν ακοινώνητος, δεν απέφευγε τις απλές ανθρώπινες χαρές, το οινόπνευμα, τα γλέντια, τις περιπέτειες με το ασθενές φύλο, αν και δεν φαίνεται να υπήρξε κανένας «μεγάλος έρωτας» στη ζωή του.
Το 1928,πενηντάρης τότε,μνηστεύτηκε τη ζωγράφο Θάλεια Διπλαράκου, αλλά ύστερα από ένα χρονικό διάστημα διέλυσε τον αρραβώνα.
Παρέμεινε μέχρι τέλους άγαμος.

Οι αντίπαλοι του, από τη άλλη πλευρά, του καταλογίζουν «χίλια μύρια» κακά, ελαττώματα και αρνητικά στοιχεία του χαρακτήρα του.
Φίλαρχος με αχαλίνωτη φιλοδοξία.
Εγωιστής, περιφρονούσε τους άλλους.
Σκληρός μέχρι αναλγησίας.
Αδίστακτος.
Ψυχρός υπολογιστής με μεγάλη δόση πολιτικού αμοραλισμού.
Κυνικός.
Λέγεται ότι κάποτε,ως αντιβασιλέας πλέον, δήλωσε σε στενό κύκλο φίλων του: «Εάν είχα καταλάβει έγκαιρα την ψυχολογία του Ελληνικού λαού και το επίπεδο της ηγεσίας του, θα τον είχα κυβερνήσει από λοχίας».
Κάθε φορά, σε όποιο πολιτικό στρατόπεδο βρισκόταν, έπαιρνε ακραίες θέσεις είτε από φανατισμό είτε από καιροσκοπισμό.
Υπήρξε πάντα ένας ακραίος, ένας «ultra» και δεν δίσταζε να πλήξει και να κάνει κακό στους παλιούς του συντρόφους.
Φύση τυχοδιωκτική, ψυχολογία παίκτη.
Οι εχθροί τον κατηγορούν επίσης για εκδικητικό και μνησίκακο, τον απεκάλεσαν δε «κακουργόψυχο».
Σ’ αυτόν το λόγο απέδωσαν και την ιλιγγιώδη μεταστροφή κατά την πολιτική του σταδιοδρομία, όταν από φανατικός υπέρμαχος της αβασίλευτης δημοκρατίας, ένας μάλιστα από τους δυναμικούς παράγοντες που πραξικοπηματικά την επέβαλε το 1924, παλαιός ένθερμος θιασώτης του Βενιζέλου και μάλιστα μια περίοδο βενιζελικότερος του Βενιζέλου, αριστερότερος του Παπαναστασίου και αδυσώπητος εχθρός βασιλέων και βασιλοφρόνων, μετεστράφη τελικά στο αντίπαλο στρατόπεδο του αντιβενιζελισμού, έγινε απηνής διώκτης των παλιών του συντρόφων — αποκληθείς μάλιστα απ’ αυτούς «αποστάτης», «γενίτσαρος» και «εξωμότης της Δημοκρατίας» - και αφού συνέτριψε τη δύναμη του βενιζελισμού,καταστείλας το κίνημα του ’35, έγινε ο άνθρωπος που παλινόρθωσε τη μοναρχία και επανέφερε τον βασιλέα Γεώργιο Β’ στο θρόνο του.
Η μεταστροφή του αυτή, λοιπόν, λέγεται ότι οφείλεται στο ότι δεν συγχώρησε ποτέ στον Βενιζέλο, ότι δεν τον τίμησε με την ειλικρινή εμπιστοσύνη του, δεν τον περιέλαβε στο στενό του περιβάλλον και δεν του έδωσε τη θέση την οποία ο ίδιος πίστευε ότι εδικαιούτο μέσα στο βενιζελικό στρατόπεδο, θέση και ρόλο φυσικά πρωταγωνιστή.
Αντίθετα τον παραγκώνισε συστηματικά, τον κατηγόρησε και μέσα στη Βουλή για δικτατορικές τάσεις, τον καταδίκασε σε αδράνεια την περίοδο 1928-1932 και μάλιστα προτιμούσε για κορυφαίο δυναμικό παράγοντα της παρατάξεως του τον στρατηγό Πλαστήρα, ο οποίος Πλαστήρας, όπως, και τόσοι άλλοι παράγοντες του βενιζελισμού έτρεφε πάντα αντιπάθεια κατά του Κονδύλη.
Θέλησε τότε να εκδικηθεί έναν κόσμο που δεν τον ήθελε και συστηματικά τον απωθούσε, προσχωρώντας στο αντίπαλο στρατόπεδο και μάλιστα γινόμενος το δόρυ του αντιπάλου αυτού κόσμου.
Η ζωή και η σταδιοδρομία του μπορεί να χωριστεί εύκολα σε τρεις περιόδους:


ΚΟΝΔΥΛΗΣ – ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ

Α. Η πρώτη, η καθαρά στρατιωτική δηλ. από την ημέρα που κατετάγη απλός στρατιώτης στο Στρατό μέχρι το 1916, όταν 38χρονος λοχαγός προσχώρησε από τους πρώτους στο κίνημα της Εθνικής Αμύνης Θεσσαλονίκης.

Β. Η δεύτερη, η πολιτικοστρατιωτική, η οποία διήρκεσε μέχρι το έτος 1923 κατά την οποία παραμένει μεν ως αξιωματικός στο στράτευμα, προάγεται μάλιστα μέχρι το βαθμό του υποστράτηγου, λαμβάνει ενεργό μέρος σε όλους τους πολεμικούς αγώνες της εποχής εκείνης,, γίνεται όμως συγχρόνως ένας από τους στρατιωτικούς «παράγοντες» και τα δυναμικά ερείσματα του βενιζελισμού, συναντά προσωπικά και για ένα διάστημα διατηρεί τακτική επικοινωνία με τον Βενιζέλο και αναπτύσσει έντονη δραστηριότητα στα πολιτικά προσκήνια.

Γ. Και η τρίτη περίοδος, η καθαρώς πολιτική, από το 1923, όταν παραιτήθηκε οριστικά του στρατεύματος για να πολιτευθεί και να αφοσιωθεί ολόψυχα στην πολιτική μέχρι του θανάτου του τον Ιανουάριο του 1936.

Ο Γεώργιος Κονδύλης γεννήθηκε το 1878, από πατέρα δημόσιο υπάλληλο στο Προυσσό της Ευρυτανίας, όπου και έμαθε τα πρώτα του γράμματα. 
Ως μαθητής υπήρξε ατίθασος και ανυπότακτος, χαρακτήρας δύσκολος.
Γυμνάσιο πήγε στο Αγρίνιο.
Εκεί μαθητής της τελευταίας τάξης ανυπόμονος για δράση, εγκαταλείπει τα μαθητικά θρανία και σπεύδει, εν αγνοία των γονιών του, μετά την έκρηξη της Επαναστάσεως το 1896 στην αγωνιζόμενη Κρήτη όπου και παίρνει το βάπτισμα του πυρός.
Μετά την ατυχή έκβαση της Επαναστάσεως και του πολέμου του ’97 κατά τη διάρκεια του οποίου βρίσκεται στην Κρήτη, ο Κονδύλης κατατάσσεται την 9η Ιουνίου 1897,σε ηλικία 19 χρόνων,στο Πεζικό σαν εθελοντής στρατιώτης και αρχίζει τη στρατιωτική του σταδιοδρομία.

Ένα από τα εκπληκτικά χαρακτηριστικά της ζωής του, όπως προαναφέραμε, είναι ότι έφτασε στο βαθμό του αντιστράτηγου χωρίς να φοιτήσει σε καμιά στρατιωτική σχολή.
Το 1900, υποψήφιος για τη Σχολή Υπαξιωματικών, ο μέραρχος του δεν το προτείνει για εισαγωγή λόγω του ζωηρού χαρακτήρα του.
Λαμβάνει μέρος στο Μακεδονικό Αγώνα του 1904-1908,με το βαθμό του λοχία.
Οπλαρχηγός περιφέρειας Καστοριάς.
Με εθνική αποστολή,σαν δάσκαλος στην Ανατολική Θράκη.
Ο Μακεδονικός Αγώνας,από τις σημαντικότερες και ενδοξότερες σελίδες της νεότερης πολιτικοστρατιωτικής Ιστορίας, λίγο έχει μελετηθεί και λιγότερο δυστυχώς έχει προσεχθεί από τους νεότερους ιστοριογράφους.
Είναι ενθαρρυντικό, παρήγορο και εμπνέει αισιοδοξία και εθνική αυτοπεποίθηση (χρήσιμο για τυχόν παρόμοιες περιστάσεις που θα προέκυπταν στο μέλλον), το γεγονός ότι ένας μικρός λαός ενός αδύναμου κράτους,μπόρεσε να κάνει μια «μεγάλη πολιτική» και μάλιστα με αίσια και νικηφόρο έκβαση. 
Και άνδρες στρατιωτικοί, γενναίοι και ριψοκίνδυνοι βρέθηκαν (όπως ο ιστορούμενος Γ. Κονδύλης, ο Παύλος Μελάς και τόσοι άλλοι) και επιδέξιοι διπλωματικοί με φλογερό πατριωτισμό (Κορομηλάς, Ίων Δραγούμης) και γενναιόδωροι χρηματοδότες και υπεύθυνοι πολιτικοί στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση και φωτισμένη πνευματική ηγεσία που ενέπνεε, ώστε ανελήφθη μια γιγαντιαία προσπάθεια, αντιμετωπίστηκε νικηφόρα ο τότε σλαβικός κίνδυνος και σώθηκε για τον Ελληνισμό το σημερινό διαμάντι του κράτους μας, η Μακεδονία.
Στον Αγώνα αυτό σοβαρό ρόλο έπαιξε ο Γ. Κονδύλης και αναδείχθηκε σε έναν αδάμαστο και άξιο Μακεδονομάχο.


Ὁ Κονδύλης,μαζί μέ τόν Παπάγο (ὁ ἔνστολος,δεξιά)

Η Επανάσταση του 1909, στο Γουδί, τον βρίσκει με τον βαθμό του ανθυπασπιστή και υπηρετεί στη φρουρά της Άρτας.
Προσχώρησε εκ των πρώτων, αλλά δεν φαίνεται να έπαιξε κανέναν σοβαρό ρόλο.
Τον Ιούνιο του 1910, σε ηλικία 32 ετών και ύστερα από 13 χρόνια στρατιωτικής υπηρεσίας, γίνεται αξιωματικός προαγόμενος στο βαθμό του ανθυπολοχαγού και υπηρετεί στο 5ο Σύνταγμα Τρικάλων.
Εκεί τον βρίσκει η έκρηξη των Βαλκανικών Πολέμων. 
Λαμβάνει μέρος στη μάχη Σαρανταπόρου, Σερβίων, Γιαννιτσών, στην πολιορκία και κατάληψη Ιωαννίνων και διακρίνεται για την ηρωική δράση του.
Για τη δράση του αυτή προάγεται,την 21η Μαΐου 1913 (35 ετών),σε υπολοχαγό.
Λαμβάνει μέρος στο Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, τον Ελληνοβουλγαρικό, μάχεται στο Κιλκίς, την Κρέσνα, τον Λαχανά.
Διακρίνεται για τη γενναιότητα του.
Μετά τη νικηφόρο λήξη του πολέμου ο Κονδύλης προάγεται κατ’ εκλογήν την 21η Μαΐου 1914 στο βαθμό του λοχαγού.
Στο μεταξύ,η Επαναστατική Συνέλευση του Αργυροκάστρου ανακηρύσσει τη Βόρειο Ήπειρο «Αυτόνομη Πολιτεία» και σχηματίζεται προσωρινή κυβέρνηση υπό τον Γεώργιο Ζωγράφο.
Οργανώνεται,επίσης, εθελοντικός στρατός.
Εκ των πρώτων σπεύδει στη φωνή της Β. Ηπείρου ο λοχαγός Γ. Κονδύλης και υπηρετεί (υπό τον ανώτερον αξιωματικόν Γεώργιον Τσόντον (ή Βάρδαν),ως επιτελάρχης του και ύστερα ως διοικητής τάγματος του Στρατού της Αυτόνομης Ηπείρου.
Έδρασε κυρίως στην περιοχή Κορυτσάς.

Τον Ιούλιο του 1914 ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και άρχισαν να διαφαίνονται τα πρώτα σημάδια της μεγάλης Ελληνικής τραγωδίας,που ονομάστηκε διχασμός,με τη διαφωνία Βασιλέως Κωνσταντίνου – πρωθυπουργού Βενιζέλου σχετικά με τη συμμετοχή ή όχι της Ελλάδας σ’ αυτόν.
Στις 19 Σεπτεμβρίου 1915 οι πρώτες γαλλικές δυνάμεις αποβιβάζονται στη Θεσσαλονίκη και καταλαμβάνουν,απροειδοποίητα και αυθαίρετα,μέγα μέρος της Μακεδονίας.
Δημιουργούν το περίφημο μέτωπο Σαραίγ,προς υποστήριξη των συμμάχων της Entente, Σέρβων.
Ο Κονδύλης, λοχαγός την εποχή εκείνη, υπηρετούσε στην 6η Μεραρχία Σερρών και ήταν διοικητής του οχυρού της Φαιάς Πέτρας επί της Ελληνοβουλγαρικής μεθορίου.
Τον Αύγουστο του 1916 οι γερμανικές και βουλγαρικές δυνάμεις διέβησαν την Ελληνοβουλγαρική μεθόριο και άρχισαν να καταλαμβάνουν όλα τα συνοριακά οχυρά με τελικό σκοπό την κατάληψη μέρους του εδάφους της Α. και Δ. Μακεδονίας και την ανατροπή του Μετώπου των αγγλογαλλικών δυνάμεων του στρατηγού Σαραίγ,τα οποία είχαν ήδη εγκατασταθεί στην περιοχή αυτή.
Αφού προηγουμένως κατέλαβαν το οχυρό Ρούπελ, ήρθε και η σειρά της Φαιάς Πέτρας.
Ο Κονδύλης αρνήθηκε την παράδοση του οχυρού και διέταξε αντίσταση και ομολογουμένως έσωσε την τιμή των Ελληνικών Όπλων.
Τότε για πρώτη φορά γίνεται γνωστό το όνομα του Κονδύλη έξω από το στενό κύκλο των συναδέλφων του και προκαλεί το θαυμασμό του Πανελληνίου για την υπερήφανη και γενναία στάση του, όταν αντιστάθηκε ηρωικά επικεφαλής της φρουράς του οχυρού,κατά την επιχείρηση αλώσεως της.
Έλαβε τότε την προσωνυμία «ήρωας της Φαιάς Πέτρας».


Ὁ Κονδύλης,δίπλα σέ ἕνα ἀπό τα πρῶτα ἅρματα μάχης τοῦ ΕΣ,μαζί μέ στρατιωτικούς τῆς ἐποχῆς.

Στις 17 Αυγούστου 1916 ξεσπάει το κίνημα Εθνικής Αμύνης Θεσσαλονίκης με την υποκίνηση και καθοδήγηση του Βενιζέλου.
Ο λοχαγός Γ. Κονδύλης διαβαίνει τον Ρουβίκωνα. Προσχωρεί από τους πρώτους.
Τερματίζεται εδώ η καθαρά στρατιωτική φάση της σταδιοδρομίας του και αρχίζει η «πολιτικοστρατιωτική».
Φανατικά βενιζελικός, απροκάλυπτα αντιΚωνσταντινικός, θα γίνει ένας από τους κυριότερους «δυναμικούς» παράγοντες στηρίξεως του βενιζελισμού.
Έκτοτε αρχίζει και προσωπική επικοινωνία με τον Βενιζέλο.
Πρώτη φροντίδα του κράτους της Εθνικής Αμύνης είναι η δημιουργία Στρατού, ο οποίος θα πολεμήσει στο πλευρό των αγγλογάλλων και άλλων συμμάχων της Entente,σ’ ένα από τα θέατρα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το Μακεδονικό Μέτωπο.
Την επιβολή του κράτους της Θεσσαλονίκης και την πραγματοποίηση της επιστρατεύσεως στο νομό Χαλκιδικής, ο οποίος τελούσε σε εξέγερση, ανέλαβε ο Κονδύλης.
Πολλά θρυλούνται και πολλά του καταμαρτυρούν για την εκεί δράση του, την μέχρι απανθρωπιάς σκληρότητα με την οποία φέρθηκε στους κατοίκους, τις καταδιώξεις, εκτελέσεις κ.λπ. και άλλα μέσα που μετήλθε.
Τον αποκάλεσαν «σφαγέα της Χαλκιδικής». Τελικά πέτυχε την επιστράτευση, αλλά ο νομός Χαλκιδικής παρέμεινε συνεχώς έκτοτε από τους ελάχιστους αντιβενιζελικούς νομούς της Β. Ελλάδας.
Ο Κονδύλης σαν διοικητής τάγματος της 6ης Μεραρχίας Σερρών λαμβάνει μέρος σε όλες σχεδόν τις μάχες του Μακεδονικού Μετώπου, Ραβινέ, Σεμέν ντε Φερ κ.λπ. και διακρίνεται για την ανδρεία και ικανότητα του.
Στις 25 Απριλίου 1917 σε ηλικία 39 χρόνων προάγεται σε ταγματάρχη επ’ ανδραγαθία για διακεκριμένη πράξη επί του πεδίου της μάχης.
Μετά τη μάχη του Σκρα, το Μάιο 1918, στην οποία κυριολεκτικά διέπρεψε και αναδείχθη η στρατιωτική ιδιοφυΐα του, ο Κονδύλης προήχθη,κατ’ εκλογήν,σε αντισυνταγματάρχη.

Μετά το κατά το Νοέμβριο 1918 τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, νέοι αγώνες αναμένουν τον Κονδύλη.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος,προς ενίσχυση των Ελληνικών θέσεων και διευκόλυνση των διπλωματικών του χειρισμών,κατά το Συνέδριο ειρήνης των Παρισίων, μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, έκρινε ότι έπρεπε να συμμετάσχει και η Ελλάδα στην εκστρατεία των συμμάχων κατά του Ερυθρού Στρατού και των Ρώσων μπολσεβίκων, οι οποίοι προσπαθούν να σταθεροποιήσουν την εξουσία τους στα εδάφη της πρώην τσαρικής αυτοκρατορίας.
Αποφάσισε, λοιπόν, να σταλεί στην Ουκρανία το Α’ Σώμα του Ελληνικού Στρατού,υπό την ηγεσία του υποστράτηγου Κ. Νίδερ.
Ο αντισυνταγματάρχης Κονδύλης επικεφαλής του 3ου Συντάγματος της 8ης Μεραρχίας του Α’ Σώματος Στρατού,λαμβάνει μέρος εθελοντικά στην υπερπόντιο αυτή εκστρατεία και αποβιβάζεται στις 22 Φεβρουαρίου 1919 στην Οδησσό.
Αναπτύσσει αμέσως δράση με σθένος και αποφασιστικότητα.
Με τη γενναιότητα του και τον ατρόμητο χαρακτήρα του σώζει το Μέτωπο στη μάχη της Μπερεζόβκας.
Ο τότε υπασπιστής του, ανθυπολοχαγός Ιάνκος Δραγούμης, περιγράφει στις σημειώσεις του μια φοβερή σκηνή που έλαβε χώρα σε κάποια φάση των επιχειρήσεων όταν το σύνταγμα του Κονδύλη επιβαίνον σιδηροδρομικών συρμών μετέβαινε προς υποστήριξη του Μετώπου, το οποίο κατέρρεε. «Τραβούμε μπροστά, σε λίγο διακρίνουμε τα πρώτα τμήματα των δικών μας που υποχωρούν.
Ο διοικητής του συντάγματος (Γ. Κονδύλης) έχει ανοίξει το παράθυρο του τρένου, προχωρούμε πολύ σιγά.
Ένα στρατιωτικό τμήμα περνά κοντά μας. Διατάσσει να σταματήσουν μια φορά, δυο φορές και τρίτη φορά. 
Τίποτε.
Αυτοί τον δρόμο τους.
Τον βλέπω και σηκώνει το πιστόλι του, μια εκπυρσοκρότηση αντηχεί, βλέπω ένα στρατιώτη κοντά μου, προχωρεί τέσσερα βήματα σαν να μην έχει τίποτε και άξαφνα σωριάζεται κάτω νεκρός επάνω σε κάτι τραβέρσες παλιές κοντά στη γραμμή.
Το δράμα δεν εβάσταξε τρία δευτερόλεπτα.
Το μάθημα μάλλον για τους δικούς μας στρατιώτες, διότι οι άλλοι έχουν χάσει εντελώς το ηθικό τους…
Το επεισόδιο του σκοτωθέντος στρατιώτου μας, με έχει παγώσει…».
Η περιγραφή αυτή του επεισοδίου νομίζω ότι φωτίζει έντονα μια πλευρά του αδίστακτου και σκληρού χαρακτήρα του Κονδύλη, τουλάχιστον κατά την πολεμική του δράση.
Η όλη εκστρατεία της Ρωσίας ήταν επιπόλαιη, αμελέτητη και εντελώς αψυχολόγητη.
Μετά την ατυχή της έκβαση,οι Ελληνικές δυνάμεις, μεταξύ των οποίων και ο Κονδύλης με το σύνταγμα του, απόλυτα συντεταγμένες και με θαυμαστή ανθεκτικότητα και καρτερικότητα, εκκενώνουν την Ουκρανία και διαφεύγουν στο Γαλάζιο της Ρουμανίας.
Ο Κονδύλης, μόλις μετά ένα χρόνο από την τελευταία του προαγωγή, προάγεται και πάλι στο βαθμό του συνταγματάρχη αυτή τη φορά (41 χρόνων).

Στις 12 Ιουνίου 1919,επικεφαλής του 3ου Συντάγματος,αναχωρεί από τη Ρουμανία κατ’ ευθείαν διά Σμύρνη,όπου μόλις είχε αρχίσει η Μικρασιατική εκστρατεία.
Λαμβάνει και πάλι ενεργό μέρος στις επιχειρήσεις της Μ.Ασίας καθ όλον το 1919 και 1920 και διακρίνεται ιδίως για τη δράση του στο Σαλιχλή.
Μετά την ήττα του Βενιζέλου και τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 και την επάνοδο του βασιλέως Κωνσταντίνου, ο Κονδύλης διαφεύγει με άλλους αξιωματικούς -παλιούς Αμυνίτες- στην Κωνσταντινούπολη, όπου ιδρύεται η Εθνική Άμυνα Κωνσταντινουπόλεως και ασκεί οξύτατη αντιπολίτευση κατά των τότε αντιβενιζελικών κυβερνήσεων των Αθηνών.
Λέγεται, ότι η αχαλίνωτη πολεμική του κατά των πολιτικών του αντιπάλων,έφθανε μέχρι σημείου να υπονομεύεται το ηθικό των μαχόμενων στρατευμάτων.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την κατάρρευση των αντιβενιζελικών κυβερνήσεων των Αθηνών, ο Κονδύλης επανέρχεται από την Κωνσταντινούπολη,τίθεται υπό τας διαταγάς της επαναστατικής επιτροπής Πλαστήρα-Γονατά και αναλαμβάνει τη διοίκηση της Μεραρχίας Κρήτης,στη συγκροτούμενη υπό τον Πάγκαλο Στρατιά του Έβρου. 
Με την υπογραφή της Συνθήκης ειρήνης της Λωζάννης, την 24η Ιουλίου 1923, ο ελληνικός Στρατός επιτέλους αρχίζει να αποστρατεύεται.
Ο συνταγματάρχης Κονδύλης υποβάλλει την παραίτηση του, η οποία και γίνεται αποδεκτή, με σκοπό να πολιτευθεί.

Τον Οκτώβριο του 1923 ξεσπάει το αντεπαναστατικό κίνημα Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη.
Ο Κονδύλης βρίσκεται -απόστρατος πλέον- συμπτωματικά στη Θεσσαλονίκη.
Ανακαλείται αμέσως στην ενέργεια,αναλαμβάνει και πάλι τη διοίκηση της Μεραρχίας Κρήτης και με καταπληκτική αποφασιστικότητα και ταχύτητα,συντρίβει τις αντεπαναστατικές δυνάμεις του συνταγματάρχη Ζήρα στο Νάρρες,έξω από τη Θεσσαλονίκη και αμέσως μετά κινείται αστραπιαία προς Νότο,όπου παρά τον Κιθαιρώνα της Αττικής διέλυσε και τις υπόλοιπες δυνάμεις των αντεπαναστατών στρατηγών Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη.
Τότε κέρδισε και τον τίτλο «ο Κεραυνός»,λόγω της αστραπιαίας δράσεως του.
Γίνεται ένα από τα ινδάλματα του βενιζελικού κόσμου. 
Το γόητρο του υψώθηκε σε μεγάλο βαθμό.
Προάγεται σε υποστράτηγο και αποστρατεύεται εκ νέου το Νοέμβριο του 1923.


Ὁ Κονδύλης (ἔνστολος),στά ἐγκαίνια τῶν ἔργων,στήν λίμνη τοῦ Μαραθῶνος

Από τότε αρχίζει η τρίτη και τελευταία φάση της σταδιοδρομίας του, η καθαρά πολιτική.
Κατέρχεται στις εκλογές της 16ης Δεκεμβρίου 1923 και εκλέγεται βουλευτής Ροδόπης,συνεργαζόμενος με το κόμμα της Δημοκρατικής Ενώσεως του Αλεξ. Παπαναστασίου, το οποίο είχε διαφοροποιηθεί από το Κόμμα των Φιλελευθέρων.
Οι σχέσεις του Κονδύλη με τον Βενιζέλο και την ηγεσία του Κόμματος των Φιλελευθέρων δεν είναι πλέον καλές.
Ενώ ο Βενιζέλος,με φρόνηση και σύνεση,προσπαθεί να ελέγξει τη χαώδη κατάσταση που δημιουργήθηκε μετά τη Μικρασιατική κατάρρευση και ιδίως μετά τις εκλογές του ’23, να χαλιναγωγήσει τον «παρα-γοντισμό» των στρατιωτικών και να θέσει τέρμα στις επεμβάσεις τους στην πολιτική, να περισώσει και αυτή τη ‘βασιλευομένη δημοκρατία (τώρα μάλιστα,που ο Κωνσταντίνος έχει πεθάνει), ο Κονδύλης έχει πλέον περάσει στο στρατόπεδο των αδιάλλακτων δημοκρατικών.
Μαζί με τον Πάγκαλο και τον Χατζηκυριάκο,απαιτούν την άμεση κατάλυση της βασιλείας και την άνευ χρονοτριβή εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, διά της Εθνοσυνέλευσης της εκλεγείσης το Δεκέμβριο του ’23,χωρίς να προηγηθεί λαϊκό δημοψήφισμα.
Πολιτικό εκφραστή έχουν τον Αλεξ. Παπαναστασίου, ο οποίος στο βάθος δεν συμπαθεί και αισθάνεται αιχμάλωτος των στρατιωτικών.
Τελικά σχηματίζει Κυβέρνηση, εγκαθιδρύει τη δημοκρατία με ψήφισμα της Εθνοσυνέλευσης της 25ης Μαρτίου 1924, ο δε Κονδύλης αναλαμβάνει για πρώτη φορά υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση του.Παραμένει στην κυβέρνηση αυτή μόνο για 3 μήνες.

Τον Ιούνιο του 1924 παραιτείται και ιδρύει δικό του κόμμα, το Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο συγκέντρωσε στην Εθνοσυνέλευση 64 βουλευτές.
Στη σχηματισθείσα την 7η Οκτωβρίου 1924 κυβέρνηση του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου, ο Κονδύλης συμμετέχει αναλαμβάνοντας το υπουργείο Εσωτερικών. Παρέμεινε στην κυβέρνηση εκείνη οκτώ μήνες, μέχρι την 10η Ιουνίου 1925, όταν παραιτήθηκε.
Στις 25 Ιουνίου εξερράγη το κίνημα Πάγκαλου.
Ο Πάγκαλος γίνεται πρωθυπουργός και έπειτα δικτάτωρ.
Ο Κονδύλης εξορίζεται γι’ αρκετούς μήνες.
Τον Αύγουστο του 1925,μία από τις μεγάλες στιγμές του Κονδύλη έχει φτάσει.
Με κίνημα, το οποίο με επιμέλεια, μυστικότητα και συνωμοτικότητα προπαρασκεύασε, ανέτρεψε τη δικτατορία Πάγκαλου, συνέτριψε με αποφασιστικότητα κάθε αντίδραση,από τα υπολείμματα των οπαδών του και των δημοκρατικών ταγμάτων, κατέλαβε την εξουσία, εμπέδωσε την τάξη και σε ηλικία 48 ετών έγινε για πρώτη φορά πρωθυπουργός της Ελλάδας.
Σχημάτισε άχρωμη και υπηρεσιακή κυβέρνηση.
Η φήμη του Κονδύλη άρχισε να ανέρχεται και πάλι σε μεγάλα ύψη, η δυναμική δε μορφή του προκαλούσε θαυμασμό, αλλά και φόβο ανά το Πανελλήνιο.
Πολλοί πίστευαν ότι ο Κονδύλης δεν θα παρέδιδε τότε την εξουσία στους πολιτικούς αρχηγούς και θα παρέμενε στην Αρχή με δυναμικά μέσα, κυβερνώντας δικτατορικά.
Όμως, ο Κονδύλης ήταν αποφασισμένος να επαναφέρει τη χώρα στην πολιτική ομαλότητα και να διεξάγει ελεύθερες και αδιάβλητες εκλογές.
Είναι προς τιμήν του ότι πέτυχε και στα δύο και κατά κάποιον τρόπο αυτοθυσιάστηκε δεχθείς — χάριν του αδιάβλητου των εκλογών — να ικανοποιήσει την απαίτηση των άλλων αρχηγών και να μην πολιτευθεί.
Έτσι δεν μετέσχε των εκλογών, ανακοίνωσε δε και τη διάλυση του κόμματος του.
Οι εκλογές διενεργήθηκαν ομαλώς και κατά τρόπο υποδειγματικό το Νοέμβριο του 1926 και πέρασαν στην πολιτική ιστορία του τόπου σαν εκλογές από τις πιο ελεύθερες και αδιάβλητες.
Η κυβέρνηση του παραιτήθηκε στο τέλος Νοεμβρίου 1926 για να σχηματιστεί οικουμενική κυβέρνηση των κομμάτων που προήλθαν από τις εκλογές.

Κατά την κοινοβουλευτική περίοδο 1926-1928,ο Κονδύλης και το Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα του παρέμειναν φυσικά εκτός Βουλής.
Δεν απεχώρησε, όμως, από την πολιτική ζωή της χώρας.
Το 1927 ανασυγκροτεί το κόμμα του, το οποίο μετονόμασε σε Εθνικό Ριζοσπαστικό και αρχίζει περιοδεία ανά την ύπαιθρο και ομιλίες σε λαϊκές συγκεντρώσεις.
Ασκεί αντιπολίτευση κατά της οικουμενικής κυβέρνησης.
Την 3η Ιουλίου 1928,ο Ε. Βενιζέλος σχηματίζει κυβέρνηση.
Δεν πρόσφερε χαρτοφυλάκιο στον Κονδύλη,λόγω σφοδρής αντιθέσεως βενιζελικών παραγόντων και ιδίως του Πλαστήρα.
Προκηρύσσονται εκλογές για τις 19η Αυγούστου 1928.
Στις εκλογές αυτές ο Βενιζέλος και οι συνεργαζόμενοι με το Κόμμα Φιλελευθέρων πολιτικοί αρχηγοί, σάρωσαν κυριολεκτικά παίρνοντας 61% του συνόλου των ψήφων και 223 έδρες επί συνόλου 250.
Ο Κονδύλης,συνεργασθείς και αυτός με το Κόμμα Φιλελευθέρων,εξελέγει βουλευτής Καβάλας, εκλέγονται δε και οκτώ φίλοι του.
Έτσι το Εθνικό Ριζοσπαστικό Κόμμα εμφανίστηκε στη Βουλή το 1928 με 9 βουλευτές.
Άρχισε τότε να αποσύρεται βαθμιαίως και από τον Βενιζέλο και το βενιζελισμό με γρήγορη κατάληξη τη ρήξη.
Η τετραετία Βενιζέλου 1928-1932 καταδίκασε τον Κονδύλη εις αδράνεια.
Δεν χρησιμοποιήθηκε σε καμιά κυβερνητική θέση.

Τον Ιανουάριο του 1929 μετέβη στη Γαλλία,όπου παρέμεινε μέχρι τον Οκτώβριο του 1930,για 2 σχεδόν χρόνια.
Στις εκλογές της 26-9-32 κατέρχεται με το κόμμα του και παίρνει 4,1% των ψήφων, εκλέγει δε έξι βουλευτές υπό τη σημαία του.
Ο ίδιος εκλέγεται βουλευτής Τρικάλων. Σχηματίζεται νέα κυβέρνηση, αυτή τη φορά του Λαϊκού Κόμματος υπό τον Παναγή Τσαλδάρη,η οποία ορκίζεται την 4η Νοεμβρίου 1932.
Στην κυβέρνηση αυτή μετέχει και ο Γ. Κονδύλης ως υπουργός Στρατιωτικών.
Στο μεταξύ το Λαϊκό Κόμμα κάτω από την απροκάλυπτη πίεση του Στρατιωτικού Συνδέσμου είχε αναγνωρίσει την Αβασίλευτη Δημοκρατία.
Από τότε αρχίζει, χαλαρά στην πρώτη φάση και στενότερα κατόπιν,η συνεργασία του Κονδύλη με το Λακό Κόμμα και η οριστική μεταστροφή του στο αντιβενιζελικό στρατόπεδο.
Υστερα από 2 μήνες,ο Βενιζέλος ανέτρεψε την κυβέρνηση Τσαλδάρη και αφού σχημάτισε ο ίδιος κυβέρνηση,προκήρυξε εκλογές για την 5η Μαρτίου 1933.
Στις εκλογές αυτές, ο Κονδύλης συνεργάζεται πλέον ανοιχτά με το Λαϊκό Κόμμα και τα δύο κόμματα συγκροτούν κοινούς συνδυασμούς.
Κερδίζουν τις εκλογές με 136 έδρες, έναντι 110 του Εθνικού Συνασπισμού των βενιζελικών.
Ο Κονδύλης ειδικότερα εκλέγει 12 βουλευτές.
Τη νύχτα των εκλογών ο Πλαστήρας επιχειρεί κίνημα με σκοπό την κατακράτηση της εξουσίας και μη παράδοση της στο νικηφόρο Λαϊκό Κόμμα,παρά τη λαϊκή ετυμηγορία.
Ο Κονδύλης καταστέλλει με αποφασιστικότητα το κίνημα αυτό και στην ορκισθείσα εν συνεχεία κυβέρνηση Π. Τσαλδάρη,αναλαμβάνει και πάλι υπουργός Στρατιωτικών.
Η κυβέρνηση αυτή παραμένει στην αρχή για περίπου δύο χρόνια.
Στο διάστημα αυτό λαμβάνει χώρα η δεύτερη δολοφονική απόπειρα κατά του Ε. Βενιζέλου στη Λεωφ. Κηφισίας.
Τα πολιτικά πάθη φτάνουν στον παροξυσμό για μια ακόμη φορά.


Φωτογραφία ἀπό τό «Κίνημα τοῦ ’35».Ἀπεικονίζεται Μοῖρα ΠΒ,πιστή στήν κυβέρνησι.

Την 1η Μαρτίου 1935,βενιζελικοί αξιωματικοί επιχειρούν νέο κίνημα, υπό την προσωπική μάλιστα καθοδήγηση του Βενιζέλου.
Ο Κονδύλης,πληροφορηθείς από μέρες τα τεκταινόμενα,είχε λάβει τα μέτρα του.
Μόλις εκρήγνυται το κίνημα και ενώ όλοι τα χάνουν, αυτός παραμένει ψύχραιμος και Ολύμπιος.
Ζυγίζει τις καταστάσεις, αξιολογεί τους κινδύνους, διαβλέπει τα ασθενή σημεία του αντιπάλου και κανονίζει αναλόγως την αντίδραση του.
Το υπουργικό συμβούλιο σε έκτακτη συνεδρίαση του αναθέτει την αρχιστρατηγία όλων των κυβερνητικών δυνάμεων.
Προάγεται συγχρόνως σε αντιστράτηγο. 
Με ακλόνητη αποφασιστικότητα και αστραπιαία ταχύτητα εκδίδει διαταγές,τίθεται επικεφαλής των στρατευμάτων στη Β. Ελλάδα και -εντός λίγων ημερών- κατασυντρίβει τους στασιαστές και καταστέλλει το κίνημα.
Στις 12 Μαρτίου 1935 επιστρέφει θριαμβευτής στην Αθήνα όπου του γίνεται θριαμβευτική υποδοχή.
Το γόητρο και το κύρος του είναι περισσότερο παρά ποτέ υψωμένο.

Μετά το κίνημα της 1ης Μαρτίου, το ρεύμα υπέρ της βασιλείας αρχίζει να αναπτύσσεται.
Η Βουλή διαλύεται και προκηρύσσονται, εκλογές για τις 9 Ιουνίου 1935.
Τα βενιζελικά κόμματα απέχουν. 
Ο Κονδύλης συνεργάζεται και πάλι με τον Τσαλδάρη. 
Μετά τις εκλογές ορκίζεται νέα κυβέρνηση Τσαλδάρη, με τον Κονδύλη αντιπρόεδρο και υπουργό Στρατιωτικών αυτή τη φορά.
Την εποχή αυτή, ο Κονδύλης διαβλέπων τις διαθέσεις του Στρατού, αλλά και σταθμίζων το πολιτικό κλίμα το οποίο επικράτησε μετά την καταστολή του κινήματος του ’35, κατάλαβε ότι σήμανε η ώρα της πολιτειακής μεταβολής και της παλινορθώσεως της βασιλείας και αποφάσισε να δράσει.
Έτσι,αυτός ο παλιός υπερδημοκρατικός, με μια εκπληκτική αποφασιστικότητα, υπερφαλαγγίζει ξαφνικά όλους τους παλιούς θιασώτες της βασιλείας και αρπάζει το λάβαρο.
Εκδηλώνεται με δηλώσεις του υπέρ της επαναφοράς του βασιλέως Γεωργίου Β’. Γύρω του συσπειρώνονται όλα τα δυναμικά στοιχεία του βασιλισμού.
Στις 10 Οκτωβρίου 1935, με κρυφή υποκίνηση του Κονδύλη εκδηλώνεται στρατιωτικό κίνημα.
Η Επαναστατική Επιτροπή υπό τον στρατηγό Παπάγο καταργεί την κυβέρνηση Τσαλδάρη και αναθέτει το σχηματισμό κυβέρνησης στον Κονδύλη.
Το ίδιο βράδυ εμφανίζεται στην Εθνοσυνέλευση, παρουσιάζει νέο Υπουργικό Συμβούλιο και χωρίς ίχνος απαρτίας ορκίζει ενώπιον της τη νέα κυβέρνηση του. 
Συγχρόνως με ψήφισμα καταλύεται η Δημοκρατία και επαναφέρεται ως πολίτευμα η Βασιλευομένη Δημοκρατία.
Προκηρύσσεται επίσης επικυρωτικό δημοψήφισμα για τις 3 Νοεμβρίου.
Ο Κονδύλης μαζί με πρωθυπουργός ορκίζεται και αντιβασιλεύς μέχρι την επάνοδο του βασιλέως.
Το δημοψήφισμα — παρωδία βεβαίως — διεξήχθη και «επεκύρωσε» την πραξικοπηματικά γενόμενη πολιτειακή μεταβολή.

Στις 25 Νοεμβρίου 1935,ο Γεώργιος Β’ πατεί το πόδι του στο Φάληρο και αναλαμβάνει τα καθήκοντα του. 
Στις 27 Νοεμβρίου απομακρύνει — ουσιαστικά απολύει — τον πρωθυπουργό του Κονδύλη, λόγω επιφανειακής διαφωνίας του για το θέμα της αμνηστεύσεως των στασιαστών του κινήματος της 1ης Μαρτίου.
Έτσι τερματίστηκε η 2η Πρωθυπουργία και Αντιβασιλεία Κονδύλη,διαρκείσασα 45 ημέρες και την οποία ο ίδιος αποκάλεσε «Κοσμογονία».
Ο Κονδύλης βαθύτατα πικραμένος από τη βασιλική μεταχείριση αρχίζει νέους αγώνες.
Στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936 συνεργάζεται με τους αδιάλλακτους βασιλόφρονες και αντιβενιζελικούς Ι. Θεοτόκη, Ι. Ράλλη και Γ. Στράτο και καταρτίζουν κοινούς συνδυασμούς υπό τον τίτλο «Γενική Λαϊκή Ριζοσπαστική Ενωση».
Το κόμμα τους κερδίζει 20% των ψήφων και 60 βουλευτές.

Την 31 Ιανουαρίου 1936, πέντε μόλις ημέρες μετά τις εκλογές και ενώ την επομένη θα ανήρχετο στα Ανάκτορα για ακρόαση από τον Βασιλέα, ο Γ. Κονδύλης πεθαίνει από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 58 ετών.
Πολλά ελέχθησαν τότε για τις συνθήκες του θανάτου του.
Μέχρι του ότι έπεσε θύμα δολοφονίας από ξένες μυστικές υπηρεσίες, από τις οποίες εθεωρείτο ενοχλητικό εμπόδιο στα σχέδια τους.

«Αμεσος αντίληψις, γοργή απόφαση, ραγδαία εκτέλεση, ζωηρό βλέμμα, σαγόνι δυνατό, μουστάκι αρειμάνιο, καπετανάκι του ’21.
Ο Κονδύλης ανήκε στα νέα στρώματα που ζητούσαν ανυπόμονα να ανέβουν και που πρώτο ξέσπασμα τους ήταν το Γουδί».
Αυτά έγραφε ο Σπύρος Μελάς στο «Ελεύθερο Βήμα»,στις 2/1/36.
Ο σύγχρονος του και συμπολεμιστής του στρατηγός Ν. Γρηγοριάδης γράφει για τον Κονδύλη:
«Από σύστημα,όπου πήγαινε σε όποια υπηρεσία, έπαιρνε μαζί του ΟΛΟΥΣ τους αξιωματικούς της εμπιστοσύνης του, τους πιότερους της Αμύνης και έδιωχνε όλους όσους δεν ήξερε.
Διοικούσε περισσότερο με τη βία τους στρατιώτες. Αυτό το πλήρωσε στη Μικρά Ασία, όπου μετά τις εκλογές του 1920 κι αυτός και οι αξιωματικοί της Αμύνης,μόλις γλιτώσανε το λιντσάρισμα απ’ τους στρατιώτες τους,κλεισμένοι στα βαγόνια του τραίνου που έφευγαν.
Το εναντίον: αν και η Στρατιά διέταξε την ίδια εποχή την αντικατάσταση του Πλαστήρα από το Σύνταγμα του Ευζωνικού το 5/42 της Λαμίας, ξεσηκώθηκαν όλοι οι στρατιώτες (οι περισσότεροι βασιλικοί) και ακόμη και οι μη Αμυνίτες αξιωματικοί ζητώντας να μην αλλαχθεί ο διοικητής του, πράγμα το οποίο και πέτυχαν».

Ενα άλλο χαρακτηριστικό του Κονδύλη ήταν το φατριατιστικό πνεύμα που τον κατείχε.
Επεφύλασσε για τους δικούς του ανθρώπους κάθε εύνοια, αγωνιζότανε με κάθε μέσο για να τους δώσει τιμές, προνόμια κάθε είδους ανταμοιβές.
Γι’ αυτό συγκέντρωνε γύρω του ανθρώπους αφοσιωμένους σ’ αυτόν, αλλά πολλές φορές και καιροσκόπους, αρριβίστες ή και ανθρώπους χωρίς ηθικούς δισταγμούς.
Είχε δόγμα «να υποστηρίζεις τους δικούς σου, με κάθε μέσο να κυνηγάς τους αντιθέτους ως να ξεπατωθούν».
Αντίθετοι βέβαια ήταν όλοι εκείνοι που δεν του δήλωναν υποταγή.
Δεν ξέχναγε προσωπική προσβολή.
Λέγεται ότι μετά το κίνημα του Μαρτίου 1935, το στρατοδικείο κατε-δίκασε σε θάνατο τον πρώην αρχιστράτηγο της Μ. Ασίας Παπούλια (ο οποίος και εξετελέσθη) μετά από επιμονή και προσωπική παρέμβαση του Κονδύλη, ο οποίος δεν ξέχναγε παλιούς του λογαριασμούς, όταν και πάλι ανήκαν σε αντίθετα στρατόπεδα, αλλά τα εντελώς αντίθετα από αυτά της εποχής της δίκης.


Ὁ Κονδύλης,ἐν μέσῳ πολιτικῶν συντακτῶν.

Ο Κονδύλης κυνηγούσε δημοσιότητα, δημοτικότητα και φήμη, εκμεταλλευόμενος τις εντυπώσεις της στιγμής.
Γύριζε στα κέντρα, παντού όπου υπήρχε πλήθος, έδινε γεύματα σε δημοσιογράφους, καλλιεργούσε τις γνωριμίες, έδινε προσοχή στις δημόσιες σχέσεις.
Μετά από κάθε μεγάλη μάχη (Ραβινέ, Σκρα, Ουκρανία κ.λπ.) στις οποίες βεβαίως πρωταγωνίστησε, έστελνε τηλεγραφήματα, έκανε ανακοινώσεις και διαφήμιζε τις επιτυχίες του με κάθε μέσο.
Είχε το πάθος της φιλοπρωτείας και συχνά εκινείτο με γνώμονα το ατομικό συμφέρον.
Με πείσμα και με επιμονή άγρια.
Είχε αδάμαστη θέληση.
Χωρίς να τελειώσει το γυμνάσιο, έμαθε να γράφει αλάνθαστα.
Έμαθε μόνος του γαλλικά, τα οποία τελειοποίησε κατά τη διετία της παραμονής του στη Γαλλία.
Είναι δύσκολο να αποτιμήσει κανένας συνολικά την πολιτεία του και την προσωπικότητα του. Αδιαμφισβήτητα,μπορούμε να πούμε ότι -σαν πολεμιστής και σαν στρατιωτικός- κατά την πρώτη φάση της σταδιοδρομίας του, την καθαρώς στρατιωτική, ωφέλησε τα μέγιστα και πρόσφερε πολλά στην πατρίδα του.
Ήταν από την πάστα εκείνη των εξ ενστίκτου στρατιωτικών αρχηγών, οι οποίοι,προικισμένοι με τις πολεμικές αρετές του θάρρους απέναντι στους κινδύνους, της αντοχής στις κακουχίες, της ανθεκτικότητας στις δοκιμασίες και τις αντιξοότητες, είναι ικανοί να οδηγούν τους στρατιώτες στη μάχη, να εμπνέουν, να φρονιματίζουν με το προσωπικό τους παράδειγμα.
Στην κυριολεξία είναι ικανοί να φέρουν στους ώμους τους το βάρος του πολέμου.
Χωρίς μερικούς σαν κι αυτόν, λίγους πάντοτε ανάμεσα στις μάζες, οι στρατοί, όσον πολυάριθμοι και τα υλικά μέσα, όσον και άφθονα, είναι άχρηστοι την κρίσιμη ώρα.

Το παρόν του Κονδύλη σε όλους τους εθνικούς αγώνες της εποχής του και η συμβολή του στα στρατιωτικά επιτεύγματα της Ελλάδος μιας ολόκληρης 30ετίας,θα έπρεπε χωρίς δισταγμό να του αναγνωριστούν.
Ο ρόλος του και η πολιτεία του κατά τα επόμενα στάδια, η δράσις του σαν πολιτικός ηγέτης, είναι οπωσδήποτε αμφισβητούμενη.
Οι γνώμες διχάζονται.
Την κρίση επηρεάζει και η ιδεολογική, πολιτική τοποθέτηση του κάθε ιστορικού μελετητή ή κριτή.
Στο ενεργητικό του εγγράφεται η δράση του και η πολιτεία του κατά την ανατροπή της δικτατορίας Πάγκαλου, το σχηματισμό της πρώτης του κυβερνήσεως και τη διεξαγωγή των εκλογών του 1926 τις οποίες διεξήγαγε με αμεροληψία και τιμιότητα.
Θυσίασε μάλιστα το προσωπικό του συμφέρον και δεν μετέσχε των εκλογών εκείνων,προκειμένου να εξασφαλίσει το αδιάβλητο της διεξαγωγής τους και την ομαλοποίηση της πολιτικής ζωής.
Εκπληκτική και εντυπωσιακή υπήρξε η εξέλιξη της σχέσεως του με τον βενιζελισμό.
Από ένθερμος θιασώτης του Βενιζέλου και ένα από τα πλέον δυναμικά ερείσματα του βενιζελικού στρατοπέδου κατέληξε να ηγηθεί της ακραίας πτέρυγας του αντίθετου στρατοπέδου και να γίνει μάλιστα ο αρχηγός των πιο ζωηρών και αδιάλλακτων στοιχείων του φιλοβασιλικού κόσμου.
Υπήρξε μάλιστα ο κύριος συντελεστής της αλλαγής του πολιτεύματος και της παλινορθώσεως της μοναρχίας.
Ο Βενιζέλος γρήγορα έχασε την εμπιστοσύνη του σ’ αυτόν και τον απομάκρυνε από τον κύκλο των στενών συνεργατών του (όπως έκανε και με τον Γεώργιο Παπανδρέου).
Κορυφαία στελέχη του βενιζελισμού τον αντιπαθούσαν, τον φοβόντουσαν και τον υποπτευόντουσαν ότι κινείται πάντα από καθαρή ιδιοτέλεια και αχαλίνωτη φιλαρχία.
Ο στρατηγός Πλαστήρας σε μια επιστολή του στην Πηνελόπη Δέλτα με ημερομηνία 17 Δεκεμβρίου 1935 (1 1/2 μήνα προτού πεθάνει ο Κονδύλης) γράφει μεταξύ άλλων:
«Πώς θα λυθεί το μεγάλο αυτό πρόβλημα;Βεβαίως με συμβιβασμούς,με υποχωρήσεις,με περιστροφές, που δίδουν θέσιν εις την πρώτην γραμμήν της πολιτικής ζωής του έθνους εις τα ανθρωπάρια τύπου Κονδύλη και Σία, δεν λύεται».

Εκτός από τους πολλούς «ορκισμένους» εχθρούς που δημιούργησε κατά τη διαδρομή της ταραχώδους και περιπετειώδους καριέρας του, ο Κονδύλης διατηρούσε πάντα έναν κύκλο στενών και αφοσιωμένων συνεργατών και φίλων του.
Πολλοί από αυτούς διακρινόντουσαν για τον προσωπικό θαυμασμό προς το πρόσωπο του αρχηγού τους και λιγότερο από την αφοσίωση τους και τη συνέπεια τους σε αρχές και ιδέες.
Ένας από τους πιο επιστήθιους φίλους του, ο υπερασπιστής και «υπαρχηγός» του θα λέγαμε,κατά την τελευταία φάση της ζωής του, υπήρξε και ο συνταγματάρχης Σταμ.Μερκούρης (ο πατέρας της Μελίνας Μερκούρη),ο οποίος έγραψε μάλιστα και βιογραφία του στρατηγού.
Ο Σταμ. Μερκούρης (γιος του ακραιφνούς βασιλικού δημάρχου Αθηναίων Σπ. Μερκούρη) έκανε έκτοτε μια εκπληκτική πολιτική καριέρα και κατά καιρούς διήλθε από όλες τις πολιτικές παρατάξεις, κατά τη μεταπολεμική εποχή (Κόμμα Φιλελευθέρων, ΕΠΕΚ, Συναγερμό, ΕΡΕ).
Η τελευταία του πολιτική εμφάνιση ήταν στις εκλογές του 1958 όταν κατήλθε ως υποψήφιος βουλευτής στην εκλογική περιφέρεια Αθηνών του Κόμματος της ΕΔΑ (ουσιαστικά του Κομμουνιστικού Κόμματος).


Ὁ Κονδύλης,ὡς ἀντιβασιλεύς,ἐπιθεωρεῖ στρατιωτικόν ἄγημα.

Συνολικά,μπορούμε να πούμε ότι ο Κονδύλης,εκτός από τα καθαρώς προσωπικά κίνητρα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του,που σφράγισαν τη στρατιωτική και πολύ περισσότερο την πολιτική του δράση, εξέφραζε επίσης τον πόθο των κατωτέρων στην κοινωνική ιεραρχία στρωμάτων του πληθυσμού,τα οποία επιζητούσαν την -με κάθε μέσο- έξοδο από την αφάνεια και την ανάδειξη τους στην πρώτη σειρά, στο προσκήνιο της ζωής.
Ως προς την επιλογή των μέσων,για την επίτευξη των στόχων αυτών -επιλογή για την οποία τόσο κατακρίθηκε-,ο Κονδύλης οπωσδήποτε κινιόταν μέσα στο πνεύμα της εποχής εκείνης (της εποχής του Μεσοπολέμου) και μέσα στο πλαίσιο της τότε Ελληνικής πραγματικότητας.
Και βέβαια ποτέ και κανένας δεν αμφισβήτησε το ρεαλισμό του ανδρός.