BREAKING NEWS
latest

Sonntag, 18. Februar 2018

Χαμένες Πατρίδες - Αϊβαλί: Σύμβολο μνήμης



Στις χαμένες πατρίδες του Αιγαίου, σ’ αυτούς τους νοσταλγικούς τόπους του παρελθόντος και της Ιστορίας, τα εγκαταλελειμμένα στη φθορά του χρόνου νεοκλασικά αρχοντικά των Ελλήνων καρτερούν ακόμα
τους ιδιοκτήτες τους να βάλουν το κλειδί στην πόρτα.
Στην αντίπερα αιγαιοπελαγίτικη όχθη, ζούσαν κάποτε μαζί Ελληνες και Τούρκοι – καλλιεργούσαν την ίδια γη, μοιράζονταν όνειρα και αγαθά...
Σε μια στιγμή της Ιστορίας οι Ελληνες εκδιώχθηκαν αλλά τα σημάδια τους στη μικρασιατική γη έμειναν για πάντα. 
Στους αρχαίους ιωνικούς ναούς, στα παλιά αρχοντικά, στις μισοκατεστραμμένες χριστιανικές εκκλησίες, στις αφηγήσεις της γιαγιάς…
Δικαιολογημένα λοιπόν, μια ασυνήθιστη αναστάτωση και προσμονή πλημμυρίζει τον Ελληνα επισκέπτη όταν το μικρό πλοιάριο (από την κοντινή Μυτιλήνη) δένει κάβους στο λιμάνι του χιλιοτραγουδισμένου Αϊβαλιού (Κυδωνίες). 
Το Αϊβαλί του Φώτη Κόντογλου, του Στρατή Δούκα και του Ηλία Βενέζη υπήρξε –μαζί με άλλες παρακείμενες κωμοπόλεις και χωριά– ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά και πολιτιστικά κέντρα του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία (το δεύτερο μετά τη Σμύρνη), με ανθρώπινη παρουσία από το 1500 π.Χ.
Τούτη η παραθαλάσσια μικρασιατική πόλη, που γέννησε λαμπρά ονόματα στις τέχνες και στις επιστήμες και αγαπήθηκε τόσο πολύ από Ελληνες και Τούρκους, αποτέλεσε δυστυχώς σύμβολο της προσφυγιάς – το Αϊβαλί, όπως και η κοντινή Σμύρνη, πλήρωσε με το βαρύτερο τίμημα την καταστροφή του 1922. 
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών, το Αϊβαλί εποικήθηκε με μουσουλμάνους από τη Λέσβο, τη Μακεδονία και την Κρήτη, σηματοδοτώντας έτσι το οριστικό τέλος της μακραίωνης ελληνικής παρουσίας στη πολιτεία του Βενέζη.
Σήμερα το Αϊβαλί είναι ένα αναπτυσσόμενο αστικό κέντρο 35.000 κατοίκων, το οποίο διατηρεί ακόμα πολλά από τα ελληνικά στοιχεία του. 
Για πολλούς Ελληνες όμως, οι Κυδωνίες αντιπροσωπεύουν μια από τις πολλές χαμένες πατρίδες του Αιγαίου, έναν ιδιαίτερα νοσταλγικό τόπο που δεν θυμίζει πλέον σε τίποτα το ένδοξο παρελθόν του.

Η μαρτυρική πόλη των Κυδωνιών




Το Αϊβαλί ουσιαστικά δημιουργήθηκε στα τέλη του 16ου αιώνα (μεταξύ του 1570 και 1580), όταν αρκετοί Μυτιληνιοί υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τη Λέσβο για να γλιτώσουν από τις συχνές επιδρομές των πειρατών. 
Χάρη στη γεωγραφική του θέση (ήταν χτισμένο στο βάθος ενός όρμου που τον προφύλασσαν τα Μοσχονήσια) και στα προνόμια που παραχωρήθηκαν στους χριστιανούς κατοίκους της πόλης, ο μικρός οικισμός των Κυδωνιών άρχισε να επεκτείνεται κατά μήκος της παραλίας και σύντομα εξελίχθηκε σ’ ένα σημαντικό εμπορικό κέντρο της περιοχής, που κατά την προεπαναστατική περίοδο έφτασε να αριθμεί περίπου 35.000 - 40.000 κατοίκους (η συντριπτική πλειονότητα ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι).
Η μεγάλη οικονομική και πνευματική ακμή του Αϊβαλιού τοποθετείται χρονικά μετά το 1773. Το εμπόριο του ελαιολάδου και η σαπωνοποιία έφεραν πλούτη και ευημερία στη μικρασιατική πόλη, προσφέροντας στους κατοίκους της ένα ζηλευτό επίπεδο ζωής. 
Εκείνη την εποχή –και ύστερα από προσωπικές ενέργειες του τοπικού κληρικού Ιωάννη Δημητρακέλλη-Οικονόμου– ανεγέρθηκαν στο Αϊβαλί κοινωφελή ιδρύματα (βρεφοκομείο, νοσοκομείο, λεπροκομείο), οικοδομήθηκε ο μεγαλοπρεπής ναός της Παναγίας των Ορφανών και ξεκίνησαν να λειτουργούν αξιόλογα εκπαιδευτικά - πνευματικά ιδρύματα (Ελληνική Σχολή-Ακαδημία Κυδωνιών, Διδότειος Βιβλιοθήκη).
Στις 2/6/1821 τα οθωμανικά στρατεύματα κατέστρεψαν ολοσχερώς το Αϊβαλί, σε αντίποινα για την πυρπόληση ενός τουρκικού πλοίου στην Ερεσό της Λέσβου.
Οσοι κάτοικοι σώθηκαν εγκατέλειψαν την πόλη και αναζήτησαν καταφύγιο κυρίως στα Ψαρά και στην Πελοπόννησο. 
Η ανοικοδόμηση της πόλης ξεκίνησε το 1827, με την σταδιακή επιστροφή και μετεγκατάσταση των προσφύγων.
Το οριστικό τέλος της ελληνικής παρουσίας στο Αϊβαλί σημειώθηκε στις 6/9/1922, όταν την πόλη κατέλαβαν τα τουρκικά στρατεύματα. 
Κι όπως γράφει ο Ηλίας Βενέζης: 
«…Ετσι έκλεισε το δράμα της μαρτυρικής πόλεως των Κυδωνιών, ο δε πληθυσμός της, χωρίς το άνθος της νεότητας που οδηγήθηκε προς τον θάνατο τόσο ύπουλα, σκορπίστηκε σε όλη την Ελλάδα πρόσφυγες…».




Στον μικρόκοσμο της Παλιάς πόλης
Αφού ξεμπερδέψετε με το τελωνείο, κατευθυνθείτε με γοργά βήματα στην καρδιά της πόλης. Αρχικός προορισμός η πλατεία Cumhuriyet Meydan, που βρίσκεται πάνω στον πολυσύχναστο παραλιακό δρόμο Ataturk Blv. 
Η μεγάλη ξύλινη αποβάθρα (στον χώρο της κεντρικής προβλήτας) με το ονομαστό καφενείο του Κανέλλου και το κτίριο του παλιού Δημαρχείου αποτελούν σημείο αναφοράς και θέμα φωτογράφησης. Παρεμπιπτόντως, τα εστιατόρια, οι ψαροταβέρνες και τα παράκτια cafes που υπάρχουν εδώ συγκαταλέγονται στα πιο εκλεκτά –αλλά και ακριβότερα– της πόλης.
Στραφείτε κατόπιν στην κοντινή περιοχή της εμπορικής αγοράς, με τα αναρίθμητα μικροκαταστήματα, τους γραφικούς καφενέδες, τις παραδοσιακές βιοτεχνίες, το υπαίθριο παζάρι και τους μικροπωλητές. 
Περπατώντας μέσα σ’ έναν μικρό λαβύρινθο με εμπορικά μαγαζάκια και νεοκλασικές κατοικίες, αναζητήστε τις τρεις ιστορικές εκκλησίες της πόλης, που παραδόξως διατηρούνται σε αρκετά καλή κατάσταση: τον Αγιο Γεώργιο (Τσιναρλί Τζαμί), τον Αγιο Γιάννη (Σαατλί Τζαμί) και την εκκλησία του Ταξιάρχη. 
Ολες έχουν μετατραπεί σε τζαμιά –με την προσθήκη ενός εξωτερικού μιναρέ– και φιλοξενούν πλέον τους πιστούς του Μωάμεθ.
Αφήνοντας πίσω τον πολυσύχναστο παραλιακό δρόμο, αρχίστε το «ξεδίπλωμα» της παλιάς πόλης, που διατηρεί σχεδόν ακέραιη την παραδοσιακή της φυσιογνωμία. 
Λαϊκές φτωχογειτονιές με δαιδαλώδη τρόπο δόμησης και στενοί λιθόστρωτοι δρομίσκοι σας καλωσορίζουν σ’ έναν μικρόκοσμο που αγνοεί παντελώς τις λέξεις «πολυτέλεια» και «χλιδή». 
Ο χρόνος στο παλιό Αϊβαλί κυλά αργά και οι εικόνες που αντικρίζει κανείς παραπέμπουν πίσω στις αρχές του 20ού αιώνα.


Τα περισσότερα σπίτια είναι κτισμένα αποκλειστικά με ξύλο και πέτρα, έχουν περίτεχνες γύψινες διακοσμήσεις και είναι βαμμένα με όμορφα λαϊκά χρώματα (καφέ, απαλό γαλάζιο, ώχρα, λευκό, κόκκινο). 
Αλλες ανακαινισμένες και άλλες εγκαταλελειμμένες στη φθορά του χρόνου, οι γερασμένες κατοικίες της παλιάς πόλης, σίγουρα εντυπωσιάζουν με τη νεοκλασική αρχοντιά τους.
Περασμένα μεγαλεία
Αν ακολουθήσετε τον παραλιακό δρόμο που κατευθύνεται νότια του Αϊβαλιού, σύντομα θα προσεγγίσετε το καταπράσινο προάστιο Camlik (Τσαμλίκ). Το εντυπωσιακό στοιχείο της περιοχής δεν είναι το παιχνίδι ανάμεσα στο γαλάζιο της θάλασσας και στο πράσινο της φύσης, αλλά τα παλιά νεοκλασικά αρχοντικά του 19ου αιώνα που υπάρχουν διάσπαρτα στον καταπράσινο λόφο και ατενίζουν τη θάλασσα. Κτισμένα μέσα σε μεγάλους κήπους με πανύψηλα πεύκα, τα περισσότερα από αυτά ανήκαν σε εύπορους Ελληνες του Αϊβαλιού και φανερώνουν το υψηλό βιοτικό επίπεδο που απολάμβανε ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων πριν από την Καταστροφή του 1922.

Βόλτα στο Μοσχονήσι


Το Μοσχονήσι (Μοσχόλησος) είναι το μόνο κατοικημένο νησί από μια συστάδα 22 νησιών και βραχονησίδων που βρίσκονται στη νότια είσοδο του Αδραμυτινού κόλπου, απέναντι από το Αϊβαλί – στην αρχαιότητα τα νησιά αυτά ονομάζονταν «Ασκάνιοι νήσοι» ή «Εκατόνησοι». 
Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, το Μοσχονήσι πήρε το όνομά του από τα ζουμπούλια που πλημμυρίζουν κάθε άνοιξη το νησί και μοσχοβολούν. 
Ο Φώτης Κόντογλου αντίθετα, υποστήριζε ότι η ονομασία του νησιού οφείλεται στον πειρατή Μόσχο, ο οποίος κρυβόταν κάποτε εδώ.
Στο Μοσχονήσι (ή Cunda στα τουρκικά), το μεγαλύτερο νησί του συμπλέγματος (έκταση 23 τ. χλμ.), φτάνετε μετά μια σύντομη διαδρομή 8 χλμ., αφού περάσετε τη γέφυρα που ενώνει το νησί με το Αϊβαλί. Τα διατηρητέα νεοκλασικά αρχοντικά των 10.000 Ελλήνων κατοίκων του νησιού, το ανακαινισμένο ξωκλήσι του Αϊ-Γιάννη με τη Βιβλιοθήκη, η μητρόπολη του Αγίου Ταξιάρχη, το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου, τα παραθαλάσσια ταβερνάκια με τα φρέσκα θαλασσινά, τα πλακόστρωτα δρομάκια, οι ψαράδες που μπαλώνουν τα δίχτυα και οι παραδοσιακοί ανεμόμυλοι, μοιραία θα εγκλωβίσουν τη ματιά και τα συναισθήματά σας. 
Τούτο το μικρό γαλήνιο νησί, όπου παρελθόν και παρόν σμίγουν αρμονικά, σίγουρα θα σας κερδίσει με την απλότητα και την ηρεμία του...
Η ιστορία του Μοσχονησίου είναι άρρηκτα δεμένη μ’ εκείνη του Αϊβαλιού – και κατά συνέπεια με την παρουσία του ελληνικού στοιχείου στην ευρύτερη περιοχή. 
Θα το διαπιστώσετε κι οι ίδιοι, αφού αρκετοί ντόπιοι θα προσπαθήσουν να επικοινωνήσουν μαζί σας στα ελληνικά, μιλώντας μάλιστα με κρητική προφορά. 
Οι περισσότεροι είναι απόγονοι Τουρκοκρητικών προσφύγων που είχαν έρθει κυρίως από το Ρέθυμνο με την ανταλλαγή των πληθυσμών (1923). 
Κρυφός τους πόθος; 
Να επισκεφθούν κάποτε την Κρήτη, τον τόπο που ξέρουν μόνο μέσα από τις αφηγήσεις των πρεσβυτέρων.
Fast Info


Το ονομαστό καφενείο του Κανέλλου (αριστερά) και το κτίριο του παλιού Δημαρχείου (δεξιά) στον χώρο της κεντρικής προβλήτας.




Φωτογραφίες: Κωνσταντίνος Μητσάκης

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΜΑΣ ΠΑΤΩΝΤΑΣ LIKE "ΕΔΩ" 


ethnos.gr
« PREV
NEXT »